Λογοτεχνικό καφενείο
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
ΥΠΕΡΟΧΟ!!! Μπράβο στην Χριστίνα!!!
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Σαν τον ούριο άνεμο κι η Χριστίνα σου! Είστε κι οι δυο ιδιαίτεροι άνθρωποι! Πώς να μη σ' ευχαριστούμε, Κώστα, για τις ομορφιές που μοιράζεσαι μαζί μας...
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
απρόοπτα
Δύσκολη μέρα. Ξεκίνησα για μια δουλειά στο κέντρο. Στο σταθμό του μετρό στέκομαι για να ανανεώσω την μηνιαία κάρτα. Στο διπλανό μηχάνημα βρίσκεται μια όμορφη τριαντάρα. Η μάσκα της κατεβασμένη, τα χείλη ερωτικά, τα μάτια ένα πέλαγος. Μιλά στο τηλέφωνο νευριασμένη. Την ακούω να φωνάζει δυνατά μέσα στο δεξί μου αυτί:
«Τα έκανες σκατά σου λέω. Σκατά τα έκανες!»
Παίρνω αυστηρό ύφος.
«Σε μένα απευθύνθηκες κοπέλα μου;»
Σαστισμένη η νεαρή κλείνει το τηλέφωνο.
«Όχι κύριε, συγγνώμην. Στο τηλέφωνο μιλούσα».
«Πάντως μπράβο σου! Το πέτυχες. Σκατά τα έχω κάνει στη ζωή μου!»
Τάκης Γεράρδης
Δύσκολη μέρα. Ξεκίνησα για μια δουλειά στο κέντρο. Στο σταθμό του μετρό στέκομαι για να ανανεώσω την μηνιαία κάρτα. Στο διπλανό μηχάνημα βρίσκεται μια όμορφη τριαντάρα. Η μάσκα της κατεβασμένη, τα χείλη ερωτικά, τα μάτια ένα πέλαγος. Μιλά στο τηλέφωνο νευριασμένη. Την ακούω να φωνάζει δυνατά μέσα στο δεξί μου αυτί:
«Τα έκανες σκατά σου λέω. Σκατά τα έκανες!»
Παίρνω αυστηρό ύφος.
«Σε μένα απευθύνθηκες κοπέλα μου;»
Σαστισμένη η νεαρή κλείνει το τηλέφωνο.
«Όχι κύριε, συγγνώμην. Στο τηλέφωνο μιλούσα».
«Πάντως μπράβο σου! Το πέτυχες. Σκατά τα έχω κάνει στη ζωή μου!»
Τάκης Γεράρδης
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
dégradés
Έλλη Αλεξίου
Λένε πως τα «dégradés» είναι φέτος στη μόδα· άμα βρεις ένα καπέλο με τρεις διαβαθμίσεις στην ίδια απόχρωση, είσαι «εντάξει». Η αν γαρνίρεις τη φούστα σου με βολάν που φαρδαίνουν ή στενεύουν κανονικά, πάλι είσαι «εντάξει»· μόνο γιατί ’ναι στη μόδα; μου φαίνεται τόσο περίεργο, σα να μου έλεγαν πως φέτος είναι μόδα να πίνεις νερό άμα διψάς... από ό,τι βλέπω κι όσο καταλαβαίνω, η διαβάθμιση είναι συνηθισμένη μορφή, καθημερινή εκδήλωση όλων των φαινομένων του φυσικού και ηθικού κόσμου. Η αγάπη, το χρώμα τ’ ουρανού, η τρικυμία, ο θάνατος, κρύβουν μέσα τους την ιδιότητα του «βαθμηδόν».
Κι εμείς οι δασκάλοι λοιπόν είμαστε κάθε πρωί της μόδας. Δουλεύουμε τα πρωινά έξι ώρες συνέχεια με πέντε διάμεσα διαλείμματα, πέντε κανονικούς σταθμούς, που μας οδηγούνε σιγά-σιγά από την «ευεξία» και το κέφι στη γκρίνια και την εξάντληση. Στον πρώτο σταθμό είμαστε όλοι φλύαροι, όρθιοι ή βηματίζουμε πάνω-κάτω. Δείχνουμε εξαιρετικό ενδιαφέρο στα πολιτικά. Εξιστορούμε πως περάσαμε τη βραδιά μας: ο ένας αγωνίζεται να πει την τραγική συνάντηση με τον άσσο που τον έκαμε να χάσει το τελευταίο του διακοσάρι, ο άλλος θέλει να μεταδώσει τα τελευταία τηλεγραφήματα και τις ειδήσεις από το νιογέννητο γιο του, πως βγάζει τη γλώσσα του και γλείφει στον αέρα και πως σφίγγει «σαν Ηρακλής» ό,τι του πέσει στα δάχτυλα, άλλος πώς τα βρήκε σκούρα με τη γυναίκα του — υποφέρει από χολολίθους — την έπιασε η κρίση στις 2 — μα πως δίχως χρονοτριβές άψε-σβήσε της έκαμε μια ένεση μορφίνης... και λοιπόν είναι πολύ απλό πράμα να κάμεις ένεση... Ο Φυσικός ικετεύει για λίγη ησυχία: «σκάσετε μωρέ, να σας διαβάσω ένα άρθρο αριστούργημα! από το δελτίο «φυσικών επιστημών» περί της αλληλεγγύης εν τω φυσικώ κόσμω». Είμαστε ένα σωστό δημοπρατήριο, που όλοι διαλαλούμε το εμπόρευμά μας, γυρεύοντας αγοραστή. Αν το κάμει η μοίρα μας και ’ρθει κανένας ξαγρυπνισμένος συνάδερφος — οι νέοι έρχονται συχνά έτσι — μουσκλωμένος και μαχμουρλής, πέφτουμε όλοι απάνω του και ζητάμε να ξεπουλήσουμε· κι αυτό μας αφήνει να λέμε, ενώ τρίβει τα μάτια του, τανιέται και χασμουριέται. Στο δεύτερο σταθμό γίνεται μπορετό να συνεννοηθούμε. Τουλάχιστο, να μιλεί ένας και να τον ακούν κάνα δυο. Τα πρώτα μαθήματα μας ήρθαν σαν κρύο νερό στο κεφάλι· μαζεύτηκαν τ’ ατίθασα μυαλά μας· νοικοκυρεύτηκαν, μπήκαν στο ντορό. Είμαστε ακριβώς όπως τα πολυφορτωμένα μουλάρια, που κουτσαίνουν, άμα κινήσουν, τότε που είναι ξεκούραστα, κι άμα βράσουν και ιδροκοπήσουν κανονίζεται και το ζάλο τους.
Στο τρίτο διάλειμμα αρχίζουν οι δασκάλοι να συνερίζουνται τις καρέκλες· αντιλαμβάνονται ξαφνικά πως οι καρέκλες του Γραφείου είναι λιγότερες από το προσωπικό, «αγρία κατάστασις! Να μην έχουμε που να καθίσουμε! Να στείλετε αμέσως έγγραφο, κ. Γυμνασιάρχα, στη σχολική Εφορία, να ζητάτε κι έναν καναπέ... επιτέλους μέσα σε τόσο κόσμο, 700 παιδιά! μπορεί και να λιποθυμήσει κανένας... Προχτές το Μπίστη, που του ‘ρθε η κοτρόνα στο κεφάλι κι έπεσε, τον ξάπλωσαν χάμω για να συνέλθει... » Κι αρχίζουν οι αναβολές: «δεν έγραψα και στο βιβλίο της ύλης, μα δεν πειράζει· αύριο γράφω και τα δυο μαθήματα μαζί...».
Στον τέταρτο σταθμό γίνεται ανασύνταξη δυνάμεων. Μοιάζουν οι δασκάλοι σα στρατάρχες με πείρα, γερασμένοι στα μέτωπα. Τώρα βαδίζουν με πρόγραμμα: παραγγέλνουν τσάγια, καφέδες και κουλούρια και κάνουν οικονομία δυνάμεων. Δε βγάζουν μιλιά η λίγη παρακαταθήκη φωνής που έχουν τα φωνητικά τους όργανα, θα τους χρειαστεί σε λίγο μέσα στην τάξη.
Στο τελευταίο διάλειμμα νέοι και γέροι καταθέτουν τα όπλα. Καλούν απεγνωσμένα βοήθεια. Σείσουν λευκή σημαία ζητώντας ανακωχή αλλά με ποιον; το μάτι τους έχει την έκφραση πνιγμένου, την ώρα που τον σώζουν και τον τραβούν όξω. Δεν καθίζουν στις καρέκλες, πέφτουν απάνω τους. Καμιά επαφή μεταξύ τους, «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ο Γυμναστής, στη γωνιά του Γραφείου. κάνει εντριβές στα πόδια του, ο Γυμνασιάρχης, με το νερό που του ’μεινε στο ποτήρι, βρέχει το μέτωπό του και το γυμνό του κρανίο.
- Τι Γολγοθάς αυτή η έχτη ώρα!
- Καθώς ανοίγω την τάξη, μία με δύο, και μπαίνω, λέει κι ο θεολόγος, ράκος εγώ, μέσα στη ζούγκλα των εβδομήντα δεκαπεντάχρονων παιδιών και κλείνω μονάχος μου την πόρτα, έχω την εντύπωση πως μπαίνω σε «κλωβό λεόντων». Το κλείσιμο όμως της πόρτας μου φαίνεται εξωφρενικό! Δηλαδή, όλες τις ώρες έχω την ίδια εντύπωση, πως οι τάξεις είναι «κλωβοί αγρίων θηρίων», μα αν είστε σεις τις πρώτες ώρες θηρία, είμαι κι εγώ αντάξιός σας θηριοδαμαστής, τώρα όμως εγώ ο ίδιος δε μπορώ να σταθώ στα πόδια μου, μπαίνω τρέμοντας πως θα κατασπαραχτώ· και γυρίζω το πόμολο για να μη δώσω στα παιδιά να καταλάβουν … μα θα προτιμούσα την πόρτα ανοιχτή για να πεταγόμουν πιο εύκολα έξω..
Εγώ, που υποφέρω από τη μονομανία πως δεν αναπνέω κανονικά, ανακαλύπτω στο πέμπτο διάλειμμα πως το Γραφείο είναι στενό, πως δεν αερίζεται πως η ατμόσφαιρα του είναι χειρότερη κι από τη μπόχα των τάξεων. Το μοναδικό του στενό παράθυρο είναι βορεινό και τον πιότερο καιρό μένει κλειστό. Τ’ ανοίγουμε Οχτώβρη — Νοέμβρη που η δροσιά είναι ακόμη ευχάριστη κι απέκει τ’ αμπαρώνουμε ως να ’ρθει πάλι το καλοκαίρι. Κείνους τους δυο μήνες της δροσιάς συνηθίζω να στέκουμαι τα διαλείμματα όρθια — το παράθυρο είναι ψηλά — μπρος τ’ ανοιχτά τζάμια, να κάνω εισπνοές και να βλέπω έξω. Τι βλέπω; σαν και τίποτα· δηλαδή δε βλέπω κείνο που λένε «ωραία θέα», μα εγώ προβαίνω μόνο και μόνο για τον καθαρό αέρα, αυτόν κυνηγώ.
Ωστόσο, άθελά μου, μηχανικά, βλέπω κιόλας: το πίσω μέρος τεσσάρων σπιτιών κι ένα τεράστιο περιβόλι περιμαντρωμένο. Ξέρω να σου πω κάθε πότε κάνουν μπουγάδα σ’ αυτά τα σπιτικά, και ποιο από τα δουλικά είναι πιο σβέλτο κι όμορφο ή ποιο ανεβοκατεβαίνει γρηγορότερα τη σιδερένια σκάλα της απλώστρας ή ποια ρούχα είναι πιο καλοπλυμένα. Από δασκαλίστικη κτηθείσα ταχύτητα βαθμολογώ νοερά τα δουλικά. Παίρνουν όλα προβιβάσιμους βαθμούς, άριστα όμως δεν τους έδωσα ακόμη. Το άριστα, και μάλιστα με θαυμαστικό, το φυλάω μόνο για την κοπέλα που περιποιείται το περιβόλι, γιατί είπαμε πως χώρια από τα σπίτια, κάτω απ’ το γραφείο μας απλώνεται κι ένα περιβόλι μεγάλο. Το βλέπω σ’ όλη του την έκταση — το γραφείο μας είναι στο τρίτο πάτωμα, κι είναι σα να κοιτάζω από αεροπλάνο. Η κοπέλα είναι λιγνή και ψηλόκορμη. Φαίνεται όμορφη, φορεί πάντα πιζάμες, κι ένα πλατύγυρο ψάθινο καπέλο καθισμένο σε ξανθές μπούκλες. Άλλοτε τη βλέπω να σκάβει κι άλλοτε να ποτίζει, κι άλλοτε να τριγυρνάει ανάμεσα στ’ αυλάκια, να μεταφυτεύει τις πρασιές. Δείχνει να ’χει στο έργο της τόση αφοσίωση, που λέω πως η θεά Δήμητρα, με την ίδια έγνοια θα παρακολουθούσε τις σπορές και την αύξηση και τ’ άλλα μυστήρια του φυτικού βασίλειου. Γύρω-τριγύρω η μάντρα έχει συρματοπλέγματα, με κοτέτσια και περιστέρια, κι ακόμη καναρίνια και δυο κατσίκες που τα φροντίζει κι αυτά η ξανθή κοπέλα με τις πιζάμες.
- Απόμεινε το μάτι σου με τη Νορβηγίδα.
- Νορβηγίδα είναι;
- Ναι, και δεν ξέρει σκραπ ελληνικά.
- Και πώς συνεννοείται;
- Τι της χρειάζεται η συνεννόηση; Της είπε, λέει, ο άντρας της — έχει πάρει ένα Ρωμιό αξιωματικό — να της φέρει δασκάλα να τη μάθει ελληνικά, μα του ’πε πως της αρέσει να μιλάει μόνο μ’ αυτόν... άλλου είδους γυναίκες...
Την έβλεπα κι εγώ από ψηλά και καταλάβαινα πως πραγματικά δεν ανιούσε. Δούλευε όλη μέρα τραγουδώντας μέσα στον κήπο ή άνοιγε τις πορτούλες κι έμπαινε μέσα στα συρματοπλέγματα και τάιζε τα ζωντανά της, καθίζοντας σ’ ένα σκαμνάκι ή χάιδευε τα περιστέρια της κουβεντιάζοντας τους μέσα στο μούτρο, και όλα φυτά και ζώα «ήκμαζαν» μ’ έναν τρόπο θριαμβευτικό κάτω απ’ τη φροντίδα της. Ύστερα με τον ερχομό του χειμώνα κλεινόταν το παράθυρο, κι εγώ, για να κάμω τις εισπνοές μου, κατάφευγα στα διαλείμματα προς τις ηλιόλουστες πλευρές του σχολειού μας. Με το καλοκαίρι ανοιγότανε πάλι το παράθυρο κι αντίκριζα τη γνώριμη εικόνα: τις αυλές υπηρεσίας με τα δουλικά και την ξανθή Νορβηγίδα με το άυλο κορμί να διαφεντεύει τον κόσμο της. Ποιο ήταν το μυστικό της, που έκανε τον κήπο της να φουντώνει από πρασινάδα και βλάστηση, ενώ σ’ όλα τα τριγύρω ξεραίνονταν τα λουλούδια στις γλάστρες και πέφτανε τα περιβολάκια σε μαρασμό;
Φέτος ανοίγοντας με το ξεκαλοκαίρεμα το παράθυρο, απόρησα. Το ολάνθιστο καταπράσινο περιβόλι ήτανε σα χωράφι αυγουστιάτικο ύστερ’ απ’ το θερισμό. Οι πόρτες του σπιτιού, της κουζίνας κι η άλλη η διπλανή ήτανε κλεισμένες, τα δρομάκια κει μπρος γεμάτα ξερόχορτα και τα συρματοπλέγματα γύρω τριγύρω στη θέση τους, μα αδειανά με όλες τις πορτούλες τους ανοιχτές. Εικόνα ερήμωσης και εγκατάλειψης.
- Μπα, έφυγε η Νορβηγίδα! Θ’ άλλαξαν σπίτι... Τι κρίμα!
- Ναι! άλλαξαν σπίτι... Ο αξιωματικός αγόρασε ιδιόχτητη μονοκατοικία «εις τας αιωνίους μονάς».
- Πέθανε! πώς; πότε;
- Ξαφνικά, κι αυτή επειδή ζούσε μαζί του αστεφάνωτη, έφυγε στην πατρίδα της.
Η αλλαγή που γίνηκε στον κήπο φάνηκε σαν απότομη, μα όμως στ’ αλήθεια μεσολάβησαν πολλοί σταθμοί ως το τωρινό κατάντημα. Και η Νορβηγίδα δεν έφυγε αμέσως· κοντοστάθηκε, λέει, αρκετές μέρες· μα μέρα με τη μέρα καταλάβαινε πως τούτος ο κόσμος, που γέμιζε πρωτύτερα την ύπαρξή της, δεν της έφτανε. Άλλοτε ναι, μιλούσε και τραγουδούσε μαζί του όλη μέρα, μα σαν έλειψε ο άνθρωπός της, σαν έπαψε να μιλεί μ’ αυτόν, δεν είχε πια όρεξη να μιλεί μήτε με τα καναρίνια, μήτε με τίποτα. Άρχισε σιγά-σιγά να ετοιμάζεται· χάρισε δεξιά κι αριστερά τα περιστέρια και τα καναρίνια μαζί με τα κλουβιά, σε φιλικά και γειτονικά σπίτια, κι άδειασε μοναχή της όλα τα συρματοπλέγματα. Κάλεσε και τον αδερφό του αντρός της και του ’δωσε να καταλάβει — αυτός θα κληρονομούσε το περιβόλι — «σε τούτο το τετράγωνο έχω φυτέψει το τάδε, και σε τούτο το τάδε και τούτες οι πρασιές θέλουν μέσα στη βδομάδα μεταφύτεμα.. .».
Τον κήπο, μόλις έφυγε η Νορβηγίδα, τον ανάλαβε ο ήλιος, ο άνεμος και η υγρασία της νύχτας. Φρόντιζαν και τα τρία μαζί, και ξεραίνοντας κάθε μέρα κι από κάμποσα φύλλα, στην αρχή τα παραέξω, ύστερα και τα τρυφερά και τις καρδιές, κατάφεραν σε λιγοστές βδομάδες ν αποχρωματίσουν το περιβόλι από πράσινο κίτρινο. Οι σπαρμένοι σπόροι δε φύτρωσαν και οι πρασιές, που ήθελαν μέσα στη βδομάδα μεταφύτεμα, ξεράθηκαν επί τόπου στριμωγμένες καθώς ήταν. Μα όσο να ’ναι, και τούτη η τελευταία αλλαγή του κήπου δε μπορεί να ’πε κανείς πως έγινε απότομα, χρειάστηκε τις ημέρες της, κι εδώ dégradés
Έλλη Αλεξίου
Λένε πως τα «dégradés» είναι φέτος στη μόδα· άμα βρεις ένα καπέλο με τρεις διαβαθμίσεις στην ίδια απόχρωση, είσαι «εντάξει». Η αν γαρνίρεις τη φούστα σου με βολάν που φαρδαίνουν ή στενεύουν κανονικά, πάλι είσαι «εντάξει»· μόνο γιατί ’ναι στη μόδα; μου φαίνεται τόσο περίεργο, σα να μου έλεγαν πως φέτος είναι μόδα να πίνεις νερό άμα διψάς... από ό,τι βλέπω κι όσο καταλαβαίνω, η διαβάθμιση είναι συνηθισμένη μορφή, καθημερινή εκδήλωση όλων των φαινομένων του φυσικού και ηθικού κόσμου. Η αγάπη, το χρώμα τ’ ουρανού, η τρικυμία, ο θάνατος, κρύβουν μέσα τους την ιδιότητα του «βαθμηδόν».
Κι εμείς οι δασκάλοι λοιπόν είμαστε κάθε πρωί της μόδας. Δουλεύουμε τα πρωινά έξι ώρες συνέχεια με πέντε διάμεσα διαλείμματα, πέντε κανονικούς σταθμούς, που μας οδηγούνε σιγά-σιγά από την «ευεξία» και το κέφι στη γκρίνια και την εξάντληση. Στον πρώτο σταθμό είμαστε όλοι φλύαροι, όρθιοι ή βηματίζουμε πάνω-κάτω. Δείχνουμε εξαιρετικό ενδιαφέρο στα πολιτικά. Εξιστορούμε πως περάσαμε τη βραδιά μας: ο ένας αγωνίζεται να πει την τραγική συνάντηση με τον άσσο που τον έκαμε να χάσει το τελευταίο του διακοσάρι, ο άλλος θέλει να μεταδώσει τα τελευταία τηλεγραφήματα και τις ειδήσεις από το νιογέννητο γιο του, πως βγάζει τη γλώσσα του και γλείφει στον αέρα και πως σφίγγει «σαν Ηρακλής» ό,τι του πέσει στα δάχτυλα, άλλος πώς τα βρήκε σκούρα με τη γυναίκα του — υποφέρει από χολολίθους — την έπιασε η κρίση στις 2 — μα πως δίχως χρονοτριβές άψε-σβήσε της έκαμε μια ένεση μορφίνης... και λοιπόν είναι πολύ απλό πράμα να κάμεις ένεση... Ο Φυσικός ικετεύει για λίγη ησυχία: «σκάσετε μωρέ, να σας διαβάσω ένα άρθρο αριστούργημα! από το δελτίο «φυσικών επιστημών» περί της αλληλεγγύης εν τω φυσικώ κόσμω». Είμαστε ένα σωστό δημοπρατήριο, που όλοι διαλαλούμε το εμπόρευμά μας, γυρεύοντας αγοραστή. Αν το κάμει η μοίρα μας και ’ρθει κανένας ξαγρυπνισμένος συνάδερφος — οι νέοι έρχονται συχνά έτσι — μουσκλωμένος και μαχμουρλής, πέφτουμε όλοι απάνω του και ζητάμε να ξεπουλήσουμε· κι αυτό μας αφήνει να λέμε, ενώ τρίβει τα μάτια του, τανιέται και χασμουριέται. Στο δεύτερο σταθμό γίνεται μπορετό να συνεννοηθούμε. Τουλάχιστο, να μιλεί ένας και να τον ακούν κάνα δυο. Τα πρώτα μαθήματα μας ήρθαν σαν κρύο νερό στο κεφάλι· μαζεύτηκαν τ’ ατίθασα μυαλά μας· νοικοκυρεύτηκαν, μπήκαν στο ντορό. Είμαστε ακριβώς όπως τα πολυφορτωμένα μουλάρια, που κουτσαίνουν, άμα κινήσουν, τότε που είναι ξεκούραστα, κι άμα βράσουν και ιδροκοπήσουν κανονίζεται και το ζάλο τους.
Στο τρίτο διάλειμμα αρχίζουν οι δασκάλοι να συνερίζουνται τις καρέκλες· αντιλαμβάνονται ξαφνικά πως οι καρέκλες του Γραφείου είναι λιγότερες από το προσωπικό, «αγρία κατάστασις! Να μην έχουμε που να καθίσουμε! Να στείλετε αμέσως έγγραφο, κ. Γυμνασιάρχα, στη σχολική Εφορία, να ζητάτε κι έναν καναπέ... επιτέλους μέσα σε τόσο κόσμο, 700 παιδιά! μπορεί και να λιποθυμήσει κανένας... Προχτές το Μπίστη, που του ‘ρθε η κοτρόνα στο κεφάλι κι έπεσε, τον ξάπλωσαν χάμω για να συνέλθει... » Κι αρχίζουν οι αναβολές: «δεν έγραψα και στο βιβλίο της ύλης, μα δεν πειράζει· αύριο γράφω και τα δυο μαθήματα μαζί...».
Στον τέταρτο σταθμό γίνεται ανασύνταξη δυνάμεων. Μοιάζουν οι δασκάλοι σα στρατάρχες με πείρα, γερασμένοι στα μέτωπα. Τώρα βαδίζουν με πρόγραμμα: παραγγέλνουν τσάγια, καφέδες και κουλούρια και κάνουν οικονομία δυνάμεων. Δε βγάζουν μιλιά η λίγη παρακαταθήκη φωνής που έχουν τα φωνητικά τους όργανα, θα τους χρειαστεί σε λίγο μέσα στην τάξη.
Στο τελευταίο διάλειμμα νέοι και γέροι καταθέτουν τα όπλα. Καλούν απεγνωσμένα βοήθεια. Σείσουν λευκή σημαία ζητώντας ανακωχή αλλά με ποιον; το μάτι τους έχει την έκφραση πνιγμένου, την ώρα που τον σώζουν και τον τραβούν όξω. Δεν καθίζουν στις καρέκλες, πέφτουν απάνω τους. Καμιά επαφή μεταξύ τους, «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ο Γυμναστής, στη γωνιά του Γραφείου. κάνει εντριβές στα πόδια του, ο Γυμνασιάρχης, με το νερό που του ’μεινε στο ποτήρι, βρέχει το μέτωπό του και το γυμνό του κρανίο.
- Τι Γολγοθάς αυτή η έχτη ώρα!
- Καθώς ανοίγω την τάξη, μία με δύο, και μπαίνω, λέει κι ο θεολόγος, ράκος εγώ, μέσα στη ζούγκλα των εβδομήντα δεκαπεντάχρονων παιδιών και κλείνω μονάχος μου την πόρτα, έχω την εντύπωση πως μπαίνω σε «κλωβό λεόντων». Το κλείσιμο όμως της πόρτας μου φαίνεται εξωφρενικό! Δηλαδή, όλες τις ώρες έχω την ίδια εντύπωση, πως οι τάξεις είναι «κλωβοί αγρίων θηρίων», μα αν είστε σεις τις πρώτες ώρες θηρία, είμαι κι εγώ αντάξιός σας θηριοδαμαστής, τώρα όμως εγώ ο ίδιος δε μπορώ να σταθώ στα πόδια μου, μπαίνω τρέμοντας πως θα κατασπαραχτώ· και γυρίζω το πόμολο για να μη δώσω στα παιδιά να καταλάβουν … μα θα προτιμούσα την πόρτα ανοιχτή για να πεταγόμουν πιο εύκολα έξω..
Εγώ, που υποφέρω από τη μονομανία πως δεν αναπνέω κανονικά, ανακαλύπτω στο πέμπτο διάλειμμα πως το Γραφείο είναι στενό, πως δεν αερίζεται πως η ατμόσφαιρα του είναι χειρότερη κι από τη μπόχα των τάξεων. Το μοναδικό του στενό παράθυρο είναι βορεινό και τον πιότερο καιρό μένει κλειστό. Τ’ ανοίγουμε Οχτώβρη — Νοέμβρη που η δροσιά είναι ακόμη ευχάριστη κι απέκει τ’ αμπαρώνουμε ως να ’ρθει πάλι το καλοκαίρι. Κείνους τους δυο μήνες της δροσιάς συνηθίζω να στέκουμαι τα διαλείμματα όρθια — το παράθυρο είναι ψηλά — μπρος τ’ ανοιχτά τζάμια, να κάνω εισπνοές και να βλέπω έξω. Τι βλέπω; σαν και τίποτα· δηλαδή δε βλέπω κείνο που λένε «ωραία θέα», μα εγώ προβαίνω μόνο και μόνο για τον καθαρό αέρα, αυτόν κυνηγώ.
Ωστόσο, άθελά μου, μηχανικά, βλέπω κιόλας: το πίσω μέρος τεσσάρων σπιτιών κι ένα τεράστιο περιβόλι περιμαντρωμένο. Ξέρω να σου πω κάθε πότε κάνουν μπουγάδα σ’ αυτά τα σπιτικά, και ποιο από τα δουλικά είναι πιο σβέλτο κι όμορφο ή ποιο ανεβοκατεβαίνει γρηγορότερα τη σιδερένια σκάλα της απλώστρας ή ποια ρούχα είναι πιο καλοπλυμένα. Από δασκαλίστικη κτηθείσα ταχύτητα βαθμολογώ νοερά τα δουλικά. Παίρνουν όλα προβιβάσιμους βαθμούς, άριστα όμως δεν τους έδωσα ακόμη. Το άριστα, και μάλιστα με θαυμαστικό, το φυλάω μόνο για την κοπέλα που περιποιείται το περιβόλι, γιατί είπαμε πως χώρια από τα σπίτια, κάτω απ’ το γραφείο μας απλώνεται κι ένα περιβόλι μεγάλο. Το βλέπω σ’ όλη του την έκταση — το γραφείο μας είναι στο τρίτο πάτωμα, κι είναι σα να κοιτάζω από αεροπλάνο. Η κοπέλα είναι λιγνή και ψηλόκορμη. Φαίνεται όμορφη, φορεί πάντα πιζάμες, κι ένα πλατύγυρο ψάθινο καπέλο καθισμένο σε ξανθές μπούκλες. Άλλοτε τη βλέπω να σκάβει κι άλλοτε να ποτίζει, κι άλλοτε να τριγυρνάει ανάμεσα στ’ αυλάκια, να μεταφυτεύει τις πρασιές. Δείχνει να ’χει στο έργο της τόση αφοσίωση, που λέω πως η θεά Δήμητρα, με την ίδια έγνοια θα παρακολουθούσε τις σπορές και την αύξηση και τ’ άλλα μυστήρια του φυτικού βασίλειου. Γύρω-τριγύρω η μάντρα έχει συρματοπλέγματα, με κοτέτσια και περιστέρια, κι ακόμη καναρίνια και δυο κατσίκες που τα φροντίζει κι αυτά η ξανθή κοπέλα με τις πιζάμες.
- Απόμεινε το μάτι σου με τη Νορβηγίδα.
- Νορβηγίδα είναι;
- Ναι, και δεν ξέρει σκραπ ελληνικά.
- Και πώς συνεννοείται;
- Τι της χρειάζεται η συνεννόηση; Της είπε, λέει, ο άντρας της — έχει πάρει ένα Ρωμιό αξιωματικό — να της φέρει δασκάλα να τη μάθει ελληνικά, μα του ’πε πως της αρέσει να μιλάει μόνο μ’ αυτόν... άλλου είδους γυναίκες...
Την έβλεπα κι εγώ από ψηλά και καταλάβαινα πως πραγματικά δεν ανιούσε. Δούλευε όλη μέρα τραγουδώντας μέσα στον κήπο ή άνοιγε τις πορτούλες κι έμπαινε μέσα στα συρματοπλέγματα και τάιζε τα ζωντανά της, καθίζοντας σ’ ένα σκαμνάκι ή χάιδευε τα περιστέρια της κουβεντιάζοντας τους μέσα στο μούτρο, και όλα φυτά και ζώα «ήκμαζαν» μ’ έναν τρόπο θριαμβευτικό κάτω απ’ τη φροντίδα της. Ύστερα με τον ερχομό του χειμώνα κλεινόταν το παράθυρο, κι εγώ, για να κάμω τις εισπνοές μου, κατάφευγα στα διαλείμματα προς τις ηλιόλουστες πλευρές του σχολειού μας. Με το καλοκαίρι ανοιγότανε πάλι το παράθυρο κι αντίκριζα τη γνώριμη εικόνα: τις αυλές υπηρεσίας με τα δουλικά και την ξανθή Νορβηγίδα με το άυλο κορμί να διαφεντεύει τον κόσμο της. Ποιο ήταν το μυστικό της, που έκανε τον κήπο της να φουντώνει από πρασινάδα και βλάστηση, ενώ σ’ όλα τα τριγύρω ξεραίνονταν τα λουλούδια στις γλάστρες και πέφτανε τα περιβολάκια σε μαρασμό;
Φέτος ανοίγοντας με το ξεκαλοκαίρεμα το παράθυρο, απόρησα. Το ολάνθιστο καταπράσινο περιβόλι ήτανε σα χωράφι αυγουστιάτικο ύστερ’ απ’ το θερισμό. Οι πόρτες του σπιτιού, της κουζίνας κι η άλλη η διπλανή ήτανε κλεισμένες, τα δρομάκια κει μπρος γεμάτα ξερόχορτα και τα συρματοπλέγματα γύρω τριγύρω στη θέση τους, μα αδειανά με όλες τις πορτούλες τους ανοιχτές. Εικόνα ερήμωσης και εγκατάλειψης.
- Μπα, έφυγε η Νορβηγίδα! Θ’ άλλαξαν σπίτι... Τι κρίμα!
- Ναι! άλλαξαν σπίτι... Ο αξιωματικός αγόρασε ιδιόχτητη μονοκατοικία «εις τας αιωνίους μονάς».
- Πέθανε! πώς; πότε;
- Ξαφνικά, κι αυτή επειδή ζούσε μαζί του αστεφάνωτη, έφυγε στην πατρίδα της.
Η αλλαγή που γίνηκε στον κήπο φάνηκε σαν απότομη, μα όμως στ’ αλήθεια μεσολάβησαν πολλοί σταθμοί ως το τωρινό κατάντημα. Και η Νορβηγίδα δεν έφυγε αμέσως· κοντοστάθηκε, λέει, αρκετές μέρες· μα μέρα με τη μέρα καταλάβαινε πως τούτος ο κόσμος, που γέμιζε πρωτύτερα την ύπαρξή της, δεν της έφτανε. Άλλοτε ναι, μιλούσε και τραγουδούσε μαζί του όλη μέρα, μα σαν έλειψε ο άνθρωπός της, σαν έπαψε να μιλεί μ’ αυτόν, δεν είχε πια όρεξη να μιλεί μήτε με τα καναρίνια, μήτε με τίποτα. Άρχισε σιγά-σιγά να ετοιμάζεται· χάρισε δεξιά κι αριστερά τα περιστέρια και τα καναρίνια μαζί με τα κλουβιά, σε φιλικά και γειτονικά σπίτια, κι άδειασε μοναχή της όλα τα συρματοπλέγματα. Κάλεσε και τον αδερφό του αντρός της και του ’δωσε να καταλάβει — αυτός θα κληρονομούσε το περιβόλι — «σε τούτο το τετράγωνο έχω φυτέψει το τάδε, και σε τούτο το τάδε και τούτες οι πρασιές θέλουν μέσα στη βδομάδα μεταφύτεμα.. .».
Τον κήπο, μόλις έφυγε η Νορβηγίδα, τον ανάλαβε ο ήλιος, ο άνεμος και η υγρασία της νύχτας. Φρόντιζαν και τα τρία μαζί, και ξεραίνοντας κάθε μέρα κι από κάμποσα φύλλα, στην αρχή τα παραέξω, ύστερα και τα τρυφερά και τις καρδιές, κατάφεραν σε λιγοστές βδομάδες ν αποχρωματίσουν το περιβόλι από πράσινο κίτρινο. Οι σπαρμένοι σπόροι δε φύτρωσαν και οι πρασιές, που ήθελαν μέσα στη βδομάδα μεταφύτεμα, ξεράθηκαν επί τόπου στριμωγμένες καθώς ήταν. Μα όσο να ’ναι, και τούτη η τελευταία αλλαγή του κήπου δε μπορεί να ’πε κανείς πως έγινε απότομα, χρειάστηκε τις ημέρες της, κι εδώ dégradés
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
“ΧΕΡ ΝΤΟΚΤΟΡ»
Μέλπω Αξιώτη
Ήμασταν τότε τέσσερις φίλοι: Ο ένας άντρας, τρεις γυναίκες. Ποιοι ήταν δε χρειάζεται. Όχι πως δεν έχουν ονόματα. Αλλά γιατί οι ζωές οι τέτοιες, δεν έχουν όνομα ξεχωριστό. Είναι πρώτα ο εαυτός τους, αλλά μαζί είναι κι άλλοι πολλοί.
Ήμασταν κάποτε λοιπόν οι τέσσερις. Έχω μείνει τώρα μονάχη. Τι γίνηκαν οι άλλοι; Φύγανε. Ακούστε πώς φύγανε.
Κινήσαμε ένα πρωί μαζί μαζί μες τη ζωή. Όλοι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Τα ελληνικά. Μιλούσαμε όμως και μιαν άλλη γλώσσα. Το εσπεράντο. Εκείνην δηλαδή τη γλώσσα που δεν πάει να είσαι Αλβανός, Κινέζος ή Μεξικανός! Δίνεις αμέσως νύξη. Και καταλαβαίνεσαι. Είναι σαν την αγάπη. Που μιλιέται κι εκείνη και καταλαβαίνεται κι απ’ τον κάθε ξενόγλωσσο.
Περνούσαμε τότε το χρόνο 1939. Μια μακρινή τώρα υπόθεση είναι η εποχή εκείνη. Μακρινή τόσο αφάνταστα γι’ αυτούς που ζουν ακόμα… Έχουν να κουβαλούν στην πλάτη τους τόμους βαριούς παγκόσμιας ιστορίας. Τους τόμους της περίοδος 1939 μέχρι ’45. Τότε στοιβάζονταν φοβερά τα σύννεφα πάνω στην υδρόγειο. Η καταιγίδα ήταν δίπλα. Έκανες έτσι και τη μυριζόσουνα.
Λέγαμε τότε εμείς οι τέσσερις: Τώρα τι θα κάμουν οι Γάλλοι. Τα διεθνή προλεταριάτα. Ο Ρούζβελτ. Οι Ινδίες. Τα αγγλικά τρέιντ-γιούνιονς. Η κόκκινη Κίνα. Ήταν τα πιόνια τούτα τα μαγκιόρα. Μια μετατόπισή τους άστοχη, και μπόρειε και να το μπατάριζε το διεθνές καράβι. Νύχτες ξενυχτούσαμε. Να προβλέψομε κάτι. Σαν τις χαρτορίχτρες. Να προλάβομε κάτι. Σαν στοργικοί γιατροί, αν μας περνούσε από το χέρι μας.
Μια νύχτα κάναμε και ονείρατα. «Σκεφτείτε, όταν θα καρφωθεί στο Βερολίνο η Κόκκινη σημαία! Όταν θα μπούνε απελευθερωτές στο τμήμα εκείνο της γης! Τι χαρά θα την έχομε!»
Ώσπου μια μέρα ο ένας απ’ τους τέσσερίς μας έφυγε. Επάψαμε να τον καταλαβαίνουμε και να καταλαβαίνει τη δικιά μας γλώσσα, το εσπεράντο μας. Προλάβαμε μόνο και του ’παμε την ύστατη εντελώς στιγμή: «Φεύγεις, λοιπόν… Αααα … θα μετανοήσεις… Αλλά δε θα μπορέσεις ποτέ πια να μας ξαναβρείς…»
Και έφυγε. Μείναμε τότε τρεις.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, η άλλη φίλη πέθανε. Θάνατος φυσιολογικός κατά την επιστήμη. Αλλά δεν ήταν έτσι. Λίγο καιρόν πρωτύτερα, μας είχε πει: «Νιώθω το σώμα μου να σπα απ’ το βάρος. Νιώθω πως γεγονότα τρομερά προχωρούν και μας φτάνουν, και σα να με ζουλά η αγγούσα τους. Σαν το προμήνυμα σεισμού παγκόσμιου. Εσείς που θ’ απομείνετε και θα τα ζήσετε να με θυμάστε». Μέχρι την τελευταία ώρα έκαμε το ανθρώπινο καθήκον της.
Και έφυγε. Μείναμε τότε δυο.
Το Μάη 1944 η άλλη φίλη εχτελέστηκε στο Θυσιαστήριο της Καισαριανής. Την έπιασε η Ελληνική Ασφάλεια. Έκαμε 100 μέρες στο μπουντρούμι. Την παραδώσανε στους Γερμανούς. Έκαμε 20 μέρες στο Χαϊδάρι. Και την εχτελέσανε.
Φύλακας του Θυσιαστήριου μας είπε ότι καθώς εβάδιζε να πάει στον τοίχο να σταθεί στο απόσπασμα, ο Γερμανός επόπτης την προσφώνησε: «Χερ Ντόκτορ». Τον είχε αυτόν τον τίτλο. Μέχρι την τελευταία ώρα έκαμε πέρα ως πέρα το ανθρώπινο χρέος της.
Και έφυγε. Τότε από τους τέσσερις έμεινα μονάχη.
Απόψε η Κόκκινη σημαία μπήκε στο Βερολίνο. Απόψε μπαίνουνε ελευθερωτές στο τμήμα εκείνο της γης. Όπως τ’ ονειρευτήκαμε. Απόψε την ξαναθυμήθηκα την παλιά εκείνη συντροφιά. Μόνο πως τώρα απόμεινα μονάχη, να πανηγυρίσω.
Δεν κλαίω τις δυο που πέθαναν, εχτελώντας το χρέος τους. Δεν κλαίω εμένα που ’μεινα, για να το εξακολουθήσω. Κλαίω εκείνον που αλλαξοπίστησε. Και δεν πάει να ’γινε αυτοκράτορας. Και στα παλάτια της Βαγδάτης κι ας ήθελε τον έχουνε. Ο μόνος που πέθανε από τους τέσσερίς μας είναι εκείνος…
Γιατί μια μέρα από τόσα χρόνια διασταυρωθήκαμε. Κι ενόμιζα πως έβλεπα πρώτη φορά στον κόσμο εκείνο το μούτρο.
Μήτε σ’ εχτρού λοιπόν μην το ευκηθείς. Κι η μάνα που τον γέννησε, να πάψει να τον ξέρει…
Εμείς οι άλλες – τι ανάγκη έχομε! Αφού εκαταφέραμε εκείνον δα τον Γερμανό τον απαίσιο Φριτς, να αποκαλυφθεί: Χερ Ντόκτορ!
Γιατί το Μάη του 1944, δεν ήταν μόνο ένας Γερμανός που χαιρετούσε μόνο μια Ελληνίδα.
Τον Μάη του 1944 στάθηκε ολόρθος, σούζος, όπως τα γυμνασμένα αλόγατα πολυτελείας καρότσας που χαιρετούν τους νεόνυμφους που μεταφέρουν απ’ την τελετή, έτσι τότε εστήθηκε στα πισινά ποδάρια του ο γυμνασμένος Φασισμός, και επροσφώνησε τους Διεθνείς Αγωνιστές: «Χερ Ντόκτορ».
Ήξερε πως μονάχα εκείνοι, θα του βγάλουν το μάτι του.
Ας είναι τούτη εδώ η ανάμνηση ένα μνημόσυνο στη Μάρω Μάστρακα, που μες στο χώρο της εχτέλεσης, μπροστά στα πολυβόλα που διασταυρώνουνταν, δίπλα απ’ το χαντάκι, μπροστά στον τοίχο εκείνον, στην Καισαριανή, μέρα Τετάρτη, 10 του Μάη 1944, πριν πέσει κάτω απ’ τα πυρά, επροσφωνήθηκε από το φασισμό: «Χερ Ντόκτορ!».
Μέλπω Αξιώτη
Ήμασταν τότε τέσσερις φίλοι: Ο ένας άντρας, τρεις γυναίκες. Ποιοι ήταν δε χρειάζεται. Όχι πως δεν έχουν ονόματα. Αλλά γιατί οι ζωές οι τέτοιες, δεν έχουν όνομα ξεχωριστό. Είναι πρώτα ο εαυτός τους, αλλά μαζί είναι κι άλλοι πολλοί.
Ήμασταν κάποτε λοιπόν οι τέσσερις. Έχω μείνει τώρα μονάχη. Τι γίνηκαν οι άλλοι; Φύγανε. Ακούστε πώς φύγανε.
Κινήσαμε ένα πρωί μαζί μαζί μες τη ζωή. Όλοι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Τα ελληνικά. Μιλούσαμε όμως και μιαν άλλη γλώσσα. Το εσπεράντο. Εκείνην δηλαδή τη γλώσσα που δεν πάει να είσαι Αλβανός, Κινέζος ή Μεξικανός! Δίνεις αμέσως νύξη. Και καταλαβαίνεσαι. Είναι σαν την αγάπη. Που μιλιέται κι εκείνη και καταλαβαίνεται κι απ’ τον κάθε ξενόγλωσσο.
Περνούσαμε τότε το χρόνο 1939. Μια μακρινή τώρα υπόθεση είναι η εποχή εκείνη. Μακρινή τόσο αφάνταστα γι’ αυτούς που ζουν ακόμα… Έχουν να κουβαλούν στην πλάτη τους τόμους βαριούς παγκόσμιας ιστορίας. Τους τόμους της περίοδος 1939 μέχρι ’45. Τότε στοιβάζονταν φοβερά τα σύννεφα πάνω στην υδρόγειο. Η καταιγίδα ήταν δίπλα. Έκανες έτσι και τη μυριζόσουνα.
Λέγαμε τότε εμείς οι τέσσερις: Τώρα τι θα κάμουν οι Γάλλοι. Τα διεθνή προλεταριάτα. Ο Ρούζβελτ. Οι Ινδίες. Τα αγγλικά τρέιντ-γιούνιονς. Η κόκκινη Κίνα. Ήταν τα πιόνια τούτα τα μαγκιόρα. Μια μετατόπισή τους άστοχη, και μπόρειε και να το μπατάριζε το διεθνές καράβι. Νύχτες ξενυχτούσαμε. Να προβλέψομε κάτι. Σαν τις χαρτορίχτρες. Να προλάβομε κάτι. Σαν στοργικοί γιατροί, αν μας περνούσε από το χέρι μας.
Μια νύχτα κάναμε και ονείρατα. «Σκεφτείτε, όταν θα καρφωθεί στο Βερολίνο η Κόκκινη σημαία! Όταν θα μπούνε απελευθερωτές στο τμήμα εκείνο της γης! Τι χαρά θα την έχομε!»
Ώσπου μια μέρα ο ένας απ’ τους τέσσερίς μας έφυγε. Επάψαμε να τον καταλαβαίνουμε και να καταλαβαίνει τη δικιά μας γλώσσα, το εσπεράντο μας. Προλάβαμε μόνο και του ’παμε την ύστατη εντελώς στιγμή: «Φεύγεις, λοιπόν… Αααα … θα μετανοήσεις… Αλλά δε θα μπορέσεις ποτέ πια να μας ξαναβρείς…»
Και έφυγε. Μείναμε τότε τρεις.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, η άλλη φίλη πέθανε. Θάνατος φυσιολογικός κατά την επιστήμη. Αλλά δεν ήταν έτσι. Λίγο καιρόν πρωτύτερα, μας είχε πει: «Νιώθω το σώμα μου να σπα απ’ το βάρος. Νιώθω πως γεγονότα τρομερά προχωρούν και μας φτάνουν, και σα να με ζουλά η αγγούσα τους. Σαν το προμήνυμα σεισμού παγκόσμιου. Εσείς που θ’ απομείνετε και θα τα ζήσετε να με θυμάστε». Μέχρι την τελευταία ώρα έκαμε το ανθρώπινο καθήκον της.
Και έφυγε. Μείναμε τότε δυο.
Το Μάη 1944 η άλλη φίλη εχτελέστηκε στο Θυσιαστήριο της Καισαριανής. Την έπιασε η Ελληνική Ασφάλεια. Έκαμε 100 μέρες στο μπουντρούμι. Την παραδώσανε στους Γερμανούς. Έκαμε 20 μέρες στο Χαϊδάρι. Και την εχτελέσανε.
Φύλακας του Θυσιαστήριου μας είπε ότι καθώς εβάδιζε να πάει στον τοίχο να σταθεί στο απόσπασμα, ο Γερμανός επόπτης την προσφώνησε: «Χερ Ντόκτορ». Τον είχε αυτόν τον τίτλο. Μέχρι την τελευταία ώρα έκαμε πέρα ως πέρα το ανθρώπινο χρέος της.
Και έφυγε. Τότε από τους τέσσερις έμεινα μονάχη.
Απόψε η Κόκκινη σημαία μπήκε στο Βερολίνο. Απόψε μπαίνουνε ελευθερωτές στο τμήμα εκείνο της γης. Όπως τ’ ονειρευτήκαμε. Απόψε την ξαναθυμήθηκα την παλιά εκείνη συντροφιά. Μόνο πως τώρα απόμεινα μονάχη, να πανηγυρίσω.
Δεν κλαίω τις δυο που πέθαναν, εχτελώντας το χρέος τους. Δεν κλαίω εμένα που ’μεινα, για να το εξακολουθήσω. Κλαίω εκείνον που αλλαξοπίστησε. Και δεν πάει να ’γινε αυτοκράτορας. Και στα παλάτια της Βαγδάτης κι ας ήθελε τον έχουνε. Ο μόνος που πέθανε από τους τέσσερίς μας είναι εκείνος…
Γιατί μια μέρα από τόσα χρόνια διασταυρωθήκαμε. Κι ενόμιζα πως έβλεπα πρώτη φορά στον κόσμο εκείνο το μούτρο.
Μήτε σ’ εχτρού λοιπόν μην το ευκηθείς. Κι η μάνα που τον γέννησε, να πάψει να τον ξέρει…
Εμείς οι άλλες – τι ανάγκη έχομε! Αφού εκαταφέραμε εκείνον δα τον Γερμανό τον απαίσιο Φριτς, να αποκαλυφθεί: Χερ Ντόκτορ!
Γιατί το Μάη του 1944, δεν ήταν μόνο ένας Γερμανός που χαιρετούσε μόνο μια Ελληνίδα.
Τον Μάη του 1944 στάθηκε ολόρθος, σούζος, όπως τα γυμνασμένα αλόγατα πολυτελείας καρότσας που χαιρετούν τους νεόνυμφους που μεταφέρουν απ’ την τελετή, έτσι τότε εστήθηκε στα πισινά ποδάρια του ο γυμνασμένος Φασισμός, και επροσφώνησε τους Διεθνείς Αγωνιστές: «Χερ Ντόκτορ».
Ήξερε πως μονάχα εκείνοι, θα του βγάλουν το μάτι του.
Ας είναι τούτη εδώ η ανάμνηση ένα μνημόσυνο στη Μάρω Μάστρακα, που μες στο χώρο της εχτέλεσης, μπροστά στα πολυβόλα που διασταυρώνουνταν, δίπλα απ’ το χαντάκι, μπροστά στον τοίχο εκείνον, στην Καισαριανή, μέρα Τετάρτη, 10 του Μάη 1944, πριν πέσει κάτω απ’ τα πυρά, επροσφωνήθηκε από το φασισμό: «Χερ Ντόκτορ!».
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Απόσπασμα από το «Υπόγειο» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
μετάφραση του Σημηριώτη Γιώργου, των εκδόσεων Κοροντζής
Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.
Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν. Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι… θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία. Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δε χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».
Επιτρέψετε, κύριοι, γι’ αυτό το εμείς όλοι. Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία∙ κι ακόμα παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα, και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, ίσως να ‘μαι πιο ζωντανός από σας. Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή! Δεν ξέρουμε ακόμη πού υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε∙ δε θα ξέρουμε που να στηριχθούμε και σε τι ν’ αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε, κι είναι χρόνια και χρόνια που μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Και μας αρέσει.
μετάφραση του Σημηριώτη Γιώργου, των εκδόσεων Κοροντζής
Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.
Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν. Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι… θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία. Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δε χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».
Επιτρέψετε, κύριοι, γι’ αυτό το εμείς όλοι. Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία∙ κι ακόμα παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα, και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, ίσως να ‘μαι πιο ζωντανός από σας. Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή! Δεν ξέρουμε ακόμη πού υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε∙ δε θα ξέρουμε που να στηριχθούμε και σε τι ν’ αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε, κι είναι χρόνια και χρόνια που μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Και μας αρέσει.
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Ευχαριστούμε για την πνευματική τροφή που μας χαρίζετε!!! 

- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙ Ο ΓΑΔΑΡΟΣ ΤΟΥ
Αν έχει ιστορία ο μπαρμπα-Γιάννης, τη χρωστάει στο γάδαρό του. Επειδή ο γάδαρός του -Ψαρό τον έλεγε, ας τον πούμε και μεις Ψαρό - δούλεψε καλά στη ζωή, του, από την ώρα που σήκωσε σαμάρι η ράχη του. Επειδή στάθηκε καλότυχος γάδαρος ο Ψαρός, μ’ όλη του τη βαριά δουλειά που έκαμε στη ζωή του. Επειδή ήτανε γάδαρος με χαρακτήρα ο Ψαρός, και τον έδειξε τον χαρακτήρα του τότες που τον είχε ο μπαρμπα-Γιάννης έξι μήνες δεμένο στο μαγγανοπήγαδό του, έξι ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες που μπορούσαν και λιοντάρι να δαμάσουν, κι ωστόσο ο Ψαρός μήτε τη δύναμή του έχασε στο ζυγό εκείνο, μήτε τη μεγάλη του φωνή, μήτε τη σβελτάδα του, όταν από καιρό σε καιρό, τον άφηνε ο αφέντης του στο χωράφι να πάρει λιγάκι αέρα, να δροσιστεί με χορτάρι χλωρό.
Όταν ο μπαρμπα-Γιάννης έχασε το περιβόλι του, άλλο δεν του έμενε παρά ο Ψαρός. Αυτός ήταν ο φίλος του η σερμαγιά του, το στήριγμά του. Μ’ αυτόνα δούλευε, μ’ αυτόνα μιλούσε. Ανεβοκατέβαινε το βουναράκι του χωριού του με τον Ψαρό, και δεν ήταν πραμάτεια, δεν ήτανε λαχανικά, πωρικά, ξύλο, που δεν περνούσαν από του Ψαρού τη σταυρωτή ράχη πριν να ’ρθουνε στου μπαρμπα-Γιάννη τη γειτονιά.
Κατάντησε μπαρμπα-Γιάννης και Ψαρός να είναι ένα πράμα. Μαζί τρώγανε, μαζί περπατούσανε, μαζί κοιμούνταν. Έξω, έξω στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Γιάννης στο καλύβι ολομόναχος, ο Ψαρός στην αυλή. Έβγαινε ο μπαρμπα-Γιάννης στην πόρτα του πρωί πρωί, κι η πρώτη του καλημέρα ήτανε στον Ψαρό. Γύριζε τότες ο Ψαρός το κεφάλι κατά τον αφέντη του, σάλευε τ’ αυτιά του με λαχτάρα κι αγάπη, και τον κοίταζε με μάτια πανώρια, μάτι που μπορούσε κι η πιο μαυρομάτα κοπέλα να τα ζουλέψει.
Άλλοτε πάλι, στη δουλειά απάνω, αν ήτανε μεγάλη η ζέστη, παραπολύ βαρύ το γομάρι, και τύχαινε κι ο Ψαρός να είναι κακοδιάθετος ή παρακουρασμένος, και δεν ανέβαινε τον ανήφορο με μεγάλη προθυμία, έχανε την υπομονή του ο μπαρμπα-Γιάννης, και του μιλούσε σε γλώσσα που άνθρωπος να την υποφέρει ήταν αδύνατο, κι ωστόσο ο Ψαρός την υπόφερνε, κι έκανε τα καλά του μάλιστα, επειδή το γνώριζε πως έχει και ξύλο, αν και το ξύλο ο μπαρμπα-Γιάννης δεν του το ’δινε, παρά σαν έβλεπε πως δεν περνούσαν τα λόγια. Γάδαρος γνωστικότερος από ανθρώπους πολλούς που δεν εννοούν τίποτις να σου δώσουν με τίποτις να συμφωνήσουν, όσο λογικό και να είναι, παρά σαν δούνε σα νιώσουν τη βία, είτε στη ράχη τους, είτε κι αλλιώς.
Ηρωικός γάδαρος ο Ψαρός, διακριτικός αφέντης ο μπαρμπα-Γιάννης. Γι’ αυτό έζησε ο Ψαρός και χρόνια πολλά, και τον ωφέλησε τον αφέντη του, όσο γάδαρος άνθρωπο ποτές δεν ωφέλησε.
Μα όλα τα πράματα αυτουνού του κόσμου έχουν ένα τέλος, κι είχε και του μπαρμπα-Γιάννη και του Ψαρού η αχώριστη φιλία στο τέλος της.
Ανέβαινε τ’ αγαπημένο ζευγάρι από τον κάμπο, μέρα μεσημέρι. Αύγουστο μήνα, με γομάρι σταφύλια. ήταν τρυγητός, καιρό δεν είχανε να χάνουν, τα σταφύλια περίμεναν στ’ αμπέλι κομμένα, να κουβαληθούνε, να ζουληχτούνε, να γίνουν πετμέζι, μούστος κρασί. Ήταν το τρίτο ταξίδι τούτο. Έπρεπε να γίνουν άλλα τρία ταξίδια, και μήτε να σταθούνε στο μισό δρόμο, να ξεκουραστούνε, δεν είχαν καιρό. Ήταν τώρα γέρος ο μπαρμπα-Γιάννης μα κι ο Ψαρός ακόμα πιο γέρος. Δεν είχε πια ο Ψαρός την πρώτη σβελτάδα του.
-Τρέχα, κακόμοιρε, του έλεγε ο μπαρμπα-Γιάννης βραχνά βραχνά, τρέχα, γιατί έχουμε άλλα τρία. Και τότες πια θα ’χεις χειμωνικόφλουδα απόψε στο φαγί σου. Άιντε και φτάσαμε κακορίζικε!
Κι έκανε ο Ψαρός να τρέξει γληγορότερα, μα τα πόδια του έτρεμαν, ήταν κατεβασμένα τ’ αυτιά του, και γόγγυζε. Εκεί που γόγγυζε κοντοστέκεται, λυγίζουν τα γόνατά του, πέφτει κάτω, η άσπρη κοιλιά του στον ήλιο, τα πόδια του στον αέρα, τα κοφίνια με τα σταφύλια αποπίσω του.
Έτρεξε ο μπαρμπα-Γιάννης κατατρομασμένος, πρώτη φορά που πάθαινε τέτοιο πράμ’ ο Ψαρός. Άρχισε να ξελύνει του σαμαριού το λουρί, που του παράσφιγγε την κοιλιά του Ψαρού, και του ’κοβε την αναπνοή. Το ’σκισε το λουρί με το μαχαίρι του, παραμέρισε το σαμάρι όσο μπορούσε, ύστερα παίρνει το καπίστρι, και τραβάει τον Ψαρό να τόνε σηκώσει.
-Έλα γέρο μου, σήκω καημένε, σήκω κι έχουμε τρία ταξίδια ακόμα. Σήκω και θα ’χεις και κριθάρι απόψε. Σ’ αξίζει, καημένε. Σήκω. Ψαρέ μου!
Μα πού να σηκωθεί ο Ψαρός!
Σκύβει ο μπαρμπα-Γιάννης και χαδεύει τη ράχη του, το λαιμό του, το μέτωπό του, τραβάει έπειτα πάλι, του κάκου! Δε σηκώνεται ο Ψαρός!
Του πέρασε τότες από το νου του σαν αστραπή, ο φόβος μήπως έπαθε τίποτις ο Ψαρός, μήπως -κι ο φόβος μονάχα τον έκαμε να καθίσει, ν' ακουμπήσει κάπου, να συνεφέρει, να πάρει δύναμη για να μπορέσει να κοιτάξει τα μάτια του, να προσέξει την αναπνοή του, να καταλάβει αν ζει ο Ψαρός του.
Κάθισε λαχανιασμένος αφανισμένος από την κούραση, από τη βιάση του να ξελύσει το σαμάρι να παραμερίσει τα κοφίνια, από τα τράβα τράβα το καπίστρι να σηκωθεί ο Ψαρός, από τον ήλιο το φοβερό που τον έδερνε καθώς έπεφτε στην κoρφή του.
Κάθισε και σηκωμό πια δεν είχε. Μόνο έγειρε σ’ ένα βράχο πλαγινό, στο μισό το δρόμο του βουνού, που ψυχή δεν φαίνονταν από πουθενά να ’ρθει και να του χύσει μια στάλα νερό να τόνε συνεφέρει.
Ξανασυλλογίστηκε άξαφνα το δόλιο τον Ψαρό και πάσκισε να συρθεί κατακεί που ήταν πλαγιασμένος, να τόνε χαδέψει, να τον κάμει να σηκωθεί, να τον καβαλικέψει έπειτα και να πάει στο καλύβι του, να συχάσουν κι οι δύο τους, κι ας πάνε στο καλό τα σταφύλια.
Μα πού να σηκωθεί πια ο μπαρμπα-Γιάννης! Όσο το συλλογιότανε να σηκωθεί, άλλο τόσο βούλιαζε μέσα στη λιγοθυμιά που τον πήρε βούλιαζε, όλο βούλιαζε, και τώρα πια άλλο δεν έμενε μέσα στο νου του παρά να μπορέσει ν’ απλώσει το χέρι του απάνω στον Ψαρό, να του δώσει να καταλάβει πως είναι κοντά του, πως παρακουράστηκε κι αυτός, και θα μείνει πλαγιασμένος, ώσπου να συνεφέρει.
Μάζεψε τη στερνή του δύναμη κι άπλωσε ο γέρος το χέρι του. Έπεσε βαριά το χέρι απάνω στον άψυχο το λαιμό του Ψαρού.
Έμεινε καθώς έπεσε το χέρι, έμεινε κι ο γέρος ασάλευτος, αμίλητος, αξύπνητος. Τίποτις δεν έφεγγε πια μέσα στο σβησμένο το νου του, και μήτε τα μερμήγκια κι οι μύγες, μήτ’ αυτά δεν τον πείραζαν πια. Μόνο τον έδερνε ο ήλιος, κι αυτός κοιμούνταν τον αιώνιο τον ύπνο, κοντά στον Ψαρό του, τον ήρωα τον Ψαρό, που απόθανε στη δουλειά του απάνω, σαν πολεμιστής απάνω στο κάστρο του.
Την άλλη μέρα σε κείνο το μέρος τίποτις άλλο δεν έβλεπες παρά μερικές ρώγες σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήτανε θαμμένος στην Άγια-Μαρίνα λίγο παραπάνω, ο δύστυχος ο Ψαρός ήταν γκρεμισμένος μέσα σε χαράδρα βαθιά παρακάτω.
Δεν τον έθαψαν τον Ψαρό κι ας δούλεψε σ' όλη του τη ζωή. Τόνε λυπήθηκαν όμως τα όρνια και του ξεγύμνωναν τ' άσπρα τα κόκαλά του, και του τα ζέσταιν’ ο ήλιος και του τα ’πλεναν οι βροχές, ώσπου αφανίστηκαν και κείνα, κι άλλο τώρα δεν του μένει του κακόμοιρου του Ψαρού παρ’ αυτή η μικρή ιστορία.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ
Αν έχει ιστορία ο μπαρμπα-Γιάννης, τη χρωστάει στο γάδαρό του. Επειδή ο γάδαρός του -Ψαρό τον έλεγε, ας τον πούμε και μεις Ψαρό - δούλεψε καλά στη ζωή, του, από την ώρα που σήκωσε σαμάρι η ράχη του. Επειδή στάθηκε καλότυχος γάδαρος ο Ψαρός, μ’ όλη του τη βαριά δουλειά που έκαμε στη ζωή του. Επειδή ήτανε γάδαρος με χαρακτήρα ο Ψαρός, και τον έδειξε τον χαρακτήρα του τότες που τον είχε ο μπαρμπα-Γιάννης έξι μήνες δεμένο στο μαγγανοπήγαδό του, έξι ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες που μπορούσαν και λιοντάρι να δαμάσουν, κι ωστόσο ο Ψαρός μήτε τη δύναμή του έχασε στο ζυγό εκείνο, μήτε τη μεγάλη του φωνή, μήτε τη σβελτάδα του, όταν από καιρό σε καιρό, τον άφηνε ο αφέντης του στο χωράφι να πάρει λιγάκι αέρα, να δροσιστεί με χορτάρι χλωρό.
Όταν ο μπαρμπα-Γιάννης έχασε το περιβόλι του, άλλο δεν του έμενε παρά ο Ψαρός. Αυτός ήταν ο φίλος του η σερμαγιά του, το στήριγμά του. Μ’ αυτόνα δούλευε, μ’ αυτόνα μιλούσε. Ανεβοκατέβαινε το βουναράκι του χωριού του με τον Ψαρό, και δεν ήταν πραμάτεια, δεν ήτανε λαχανικά, πωρικά, ξύλο, που δεν περνούσαν από του Ψαρού τη σταυρωτή ράχη πριν να ’ρθουνε στου μπαρμπα-Γιάννη τη γειτονιά.
Κατάντησε μπαρμπα-Γιάννης και Ψαρός να είναι ένα πράμα. Μαζί τρώγανε, μαζί περπατούσανε, μαζί κοιμούνταν. Έξω, έξω στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Γιάννης στο καλύβι ολομόναχος, ο Ψαρός στην αυλή. Έβγαινε ο μπαρμπα-Γιάννης στην πόρτα του πρωί πρωί, κι η πρώτη του καλημέρα ήτανε στον Ψαρό. Γύριζε τότες ο Ψαρός το κεφάλι κατά τον αφέντη του, σάλευε τ’ αυτιά του με λαχτάρα κι αγάπη, και τον κοίταζε με μάτια πανώρια, μάτι που μπορούσε κι η πιο μαυρομάτα κοπέλα να τα ζουλέψει.
Άλλοτε πάλι, στη δουλειά απάνω, αν ήτανε μεγάλη η ζέστη, παραπολύ βαρύ το γομάρι, και τύχαινε κι ο Ψαρός να είναι κακοδιάθετος ή παρακουρασμένος, και δεν ανέβαινε τον ανήφορο με μεγάλη προθυμία, έχανε την υπομονή του ο μπαρμπα-Γιάννης, και του μιλούσε σε γλώσσα που άνθρωπος να την υποφέρει ήταν αδύνατο, κι ωστόσο ο Ψαρός την υπόφερνε, κι έκανε τα καλά του μάλιστα, επειδή το γνώριζε πως έχει και ξύλο, αν και το ξύλο ο μπαρμπα-Γιάννης δεν του το ’δινε, παρά σαν έβλεπε πως δεν περνούσαν τα λόγια. Γάδαρος γνωστικότερος από ανθρώπους πολλούς που δεν εννοούν τίποτις να σου δώσουν με τίποτις να συμφωνήσουν, όσο λογικό και να είναι, παρά σαν δούνε σα νιώσουν τη βία, είτε στη ράχη τους, είτε κι αλλιώς.
Ηρωικός γάδαρος ο Ψαρός, διακριτικός αφέντης ο μπαρμπα-Γιάννης. Γι’ αυτό έζησε ο Ψαρός και χρόνια πολλά, και τον ωφέλησε τον αφέντη του, όσο γάδαρος άνθρωπο ποτές δεν ωφέλησε.
Μα όλα τα πράματα αυτουνού του κόσμου έχουν ένα τέλος, κι είχε και του μπαρμπα-Γιάννη και του Ψαρού η αχώριστη φιλία στο τέλος της.
Ανέβαινε τ’ αγαπημένο ζευγάρι από τον κάμπο, μέρα μεσημέρι. Αύγουστο μήνα, με γομάρι σταφύλια. ήταν τρυγητός, καιρό δεν είχανε να χάνουν, τα σταφύλια περίμεναν στ’ αμπέλι κομμένα, να κουβαληθούνε, να ζουληχτούνε, να γίνουν πετμέζι, μούστος κρασί. Ήταν το τρίτο ταξίδι τούτο. Έπρεπε να γίνουν άλλα τρία ταξίδια, και μήτε να σταθούνε στο μισό δρόμο, να ξεκουραστούνε, δεν είχαν καιρό. Ήταν τώρα γέρος ο μπαρμπα-Γιάννης μα κι ο Ψαρός ακόμα πιο γέρος. Δεν είχε πια ο Ψαρός την πρώτη σβελτάδα του.
-Τρέχα, κακόμοιρε, του έλεγε ο μπαρμπα-Γιάννης βραχνά βραχνά, τρέχα, γιατί έχουμε άλλα τρία. Και τότες πια θα ’χεις χειμωνικόφλουδα απόψε στο φαγί σου. Άιντε και φτάσαμε κακορίζικε!
Κι έκανε ο Ψαρός να τρέξει γληγορότερα, μα τα πόδια του έτρεμαν, ήταν κατεβασμένα τ’ αυτιά του, και γόγγυζε. Εκεί που γόγγυζε κοντοστέκεται, λυγίζουν τα γόνατά του, πέφτει κάτω, η άσπρη κοιλιά του στον ήλιο, τα πόδια του στον αέρα, τα κοφίνια με τα σταφύλια αποπίσω του.
Έτρεξε ο μπαρμπα-Γιάννης κατατρομασμένος, πρώτη φορά που πάθαινε τέτοιο πράμ’ ο Ψαρός. Άρχισε να ξελύνει του σαμαριού το λουρί, που του παράσφιγγε την κοιλιά του Ψαρού, και του ’κοβε την αναπνοή. Το ’σκισε το λουρί με το μαχαίρι του, παραμέρισε το σαμάρι όσο μπορούσε, ύστερα παίρνει το καπίστρι, και τραβάει τον Ψαρό να τόνε σηκώσει.
-Έλα γέρο μου, σήκω καημένε, σήκω κι έχουμε τρία ταξίδια ακόμα. Σήκω και θα ’χεις και κριθάρι απόψε. Σ’ αξίζει, καημένε. Σήκω. Ψαρέ μου!
Μα πού να σηκωθεί ο Ψαρός!
Σκύβει ο μπαρμπα-Γιάννης και χαδεύει τη ράχη του, το λαιμό του, το μέτωπό του, τραβάει έπειτα πάλι, του κάκου! Δε σηκώνεται ο Ψαρός!
Του πέρασε τότες από το νου του σαν αστραπή, ο φόβος μήπως έπαθε τίποτις ο Ψαρός, μήπως -κι ο φόβος μονάχα τον έκαμε να καθίσει, ν' ακουμπήσει κάπου, να συνεφέρει, να πάρει δύναμη για να μπορέσει να κοιτάξει τα μάτια του, να προσέξει την αναπνοή του, να καταλάβει αν ζει ο Ψαρός του.
Κάθισε λαχανιασμένος αφανισμένος από την κούραση, από τη βιάση του να ξελύσει το σαμάρι να παραμερίσει τα κοφίνια, από τα τράβα τράβα το καπίστρι να σηκωθεί ο Ψαρός, από τον ήλιο το φοβερό που τον έδερνε καθώς έπεφτε στην κoρφή του.
Κάθισε και σηκωμό πια δεν είχε. Μόνο έγειρε σ’ ένα βράχο πλαγινό, στο μισό το δρόμο του βουνού, που ψυχή δεν φαίνονταν από πουθενά να ’ρθει και να του χύσει μια στάλα νερό να τόνε συνεφέρει.
Ξανασυλλογίστηκε άξαφνα το δόλιο τον Ψαρό και πάσκισε να συρθεί κατακεί που ήταν πλαγιασμένος, να τόνε χαδέψει, να τον κάμει να σηκωθεί, να τον καβαλικέψει έπειτα και να πάει στο καλύβι του, να συχάσουν κι οι δύο τους, κι ας πάνε στο καλό τα σταφύλια.
Μα πού να σηκωθεί πια ο μπαρμπα-Γιάννης! Όσο το συλλογιότανε να σηκωθεί, άλλο τόσο βούλιαζε μέσα στη λιγοθυμιά που τον πήρε βούλιαζε, όλο βούλιαζε, και τώρα πια άλλο δεν έμενε μέσα στο νου του παρά να μπορέσει ν’ απλώσει το χέρι του απάνω στον Ψαρό, να του δώσει να καταλάβει πως είναι κοντά του, πως παρακουράστηκε κι αυτός, και θα μείνει πλαγιασμένος, ώσπου να συνεφέρει.
Μάζεψε τη στερνή του δύναμη κι άπλωσε ο γέρος το χέρι του. Έπεσε βαριά το χέρι απάνω στον άψυχο το λαιμό του Ψαρού.
Έμεινε καθώς έπεσε το χέρι, έμεινε κι ο γέρος ασάλευτος, αμίλητος, αξύπνητος. Τίποτις δεν έφεγγε πια μέσα στο σβησμένο το νου του, και μήτε τα μερμήγκια κι οι μύγες, μήτ’ αυτά δεν τον πείραζαν πια. Μόνο τον έδερνε ο ήλιος, κι αυτός κοιμούνταν τον αιώνιο τον ύπνο, κοντά στον Ψαρό του, τον ήρωα τον Ψαρό, που απόθανε στη δουλειά του απάνω, σαν πολεμιστής απάνω στο κάστρο του.
Την άλλη μέρα σε κείνο το μέρος τίποτις άλλο δεν έβλεπες παρά μερικές ρώγες σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήτανε θαμμένος στην Άγια-Μαρίνα λίγο παραπάνω, ο δύστυχος ο Ψαρός ήταν γκρεμισμένος μέσα σε χαράδρα βαθιά παρακάτω.
Δεν τον έθαψαν τον Ψαρό κι ας δούλεψε σ' όλη του τη ζωή. Τόνε λυπήθηκαν όμως τα όρνια και του ξεγύμνωναν τ' άσπρα τα κόκαλά του, και του τα ζέσταιν’ ο ήλιος και του τα ’πλεναν οι βροχές, ώσπου αφανίστηκαν και κείνα, κι άλλο τώρα δεν του μένει του κακόμοιρου του Ψαρού παρ’ αυτή η μικρή ιστορία.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
Μέλη σε σύνδεση
Μέλη σε αυτήν τη Δ. Συζήτηση: Bing [Bot] και 6 επισκέπτες