Λογοτεχνικό καφενείο
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ
Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!
Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.
Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...
Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.
Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.
...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...
Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ
Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!
Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.
Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...
Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.
Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.
...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...
Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Κρασοκατάνυξις
Παύλος Νιρβάνας
Ώσπου να γίνει το κρασί κρασάκι περάσανε πενήντα χρόνια. Κι άλλα τόσα ώσπου να γίνει ο Καπετάν Δημήτρης Μπαρμπα-Δημητρός. Νέος ακόμα ναύτης, λοστρόμος κι έπειτα καπετάνιος δεν το αγαπούσε το κρασί.
— Δεν το θέλω το κρασί. Δεν το κάνω χάζι. Με πειράζει.
Βία να πιει ένα εκατοσταράκι στο φαγί του. Κι αυτό με το νερό. «Βαπτισμένο», όπως έλεγε ο σύγγαμπρός του ο Παπα-Θανάσης. Ο Παπα-Θανάσης πάλι στο φαγί του δεν έπινε καθόλου, σταλιά.
Όταν έμπλεκε όμως με παρέες ο Παπα-Θανάσης κατέβαζε τον Ιορδάνη.
— Πού και πού χρειάζεται, έλεγε. Να ξυπνούν τα αίματα! Όταν άφησε τη θάλασσα ο Καπετάν Δημήτρης, καραβοτσακισμένος και θεόφτωχος, με δώδεκα δραχμές σύνταξη, ύστερ’ από πενήντα χρόνια δούλεψη — τα μισά του τα ’φαγαν οι καπεταναίοι και τα λιμεναρχεία — χωρίς να το καταλάβει έγινε Μπαρμπα-Δημητρός, επιστάτης για χρόνια στα σχολεία, με το βούρβουλα στα χέρια, και χωρίς να το καταλάβει πάλι πήρε τις συνήθειες του μακαρίτη του Παπα-Θανάση, του σύγγαμπρού του. Στο φαγί του έπινε νερό νεράκι· στα έκτακτα κατέβαζε τον Ιορδάνη. Το κρασί έγινε κρασάκι.
— Η σφαίρα γυρίζει, η πολιτική αλλάζει. Αυτά έχει ο παλιόκοσμος! Το κρασάκι μας έμεινε!
Και με το δίκιο του ο Μπαρμπα-Δημητρός. Τι είχε να δει στον κόσμο; Μέσα σε πενήντα χρόνια τα μάτια του είδαν καν και καν. Έχασε ό,τι είχε και δεν είχε· έχασε τα υπάρχοντά του• τη γριά του την πάντρεψε• τα παιδιά του τα ’στειλε αποκεί που ήρθαν· το φως του τ’ άφησε το μισό στο πέλαγο και μόνο τα πόδια του πληθύνανε. Από δυο γινήκανε τρία.
— Και με τη βοήθεια του Θεού θα τ’ αυγατίσω ακόμα, έλεγε. Να περπατώ με τέσσερα, να κυνηγάω τα μούλικα στα σοκάκια.
Η μόνη του παρηγοριά έμεινε το κρασάκι. Πιο πιστό κι απ’ τη γυναίκα κι απ’ τη θάλασσα, κι απ’ όλα τ’ αγαθά του κόσμου. Ας είναι καλά τ’ αμπέλια του Θεού. Οι βαρέλες δεν αδειάζουν ποτέ. Κι αν αδειάσουν, ξαναγεμίζουν...
— Αυτό, που λες, δε θα μ’ αρνηθεί ποτέ. Ποτέ δε θα μ’ αρνηθεί. Τύφλα να ’χουνε γυναίκες κι υποστατικά και πλεούμενα και παιδιά και σκυλιά. Όλα μ’ αρνηθήκανε και φύγανε. Πάνε. Αυτό δε θα μ’ αφήσει, αν δεν τ’ αφήσω. Η ψυχή μου θα βγαίνει κι ο παπάς θα με δροσίζει με το κουταλάκι... Αυτά είναι που σου λέω, Καπετάν Βαγγέλη. Και να μ’ ακούς εμένα και να μ’ αγαπάς.
Ήσαν οι δυο γέροι στην ταβέρνα του Σπανού, κάτω στο γιαλό, στο κρυφό τραπεζάκι πίσω απ’ το τεζάχι. Την είχε τη θέση χρονικής ο Μπαρμπα-Δημητρός. Όχι πως ήθελε να κρυφτεί απ’ τα μάτια του κόσμου. Μια πεντάρα δεν έδινε. Μα του ’ρχότανε βολικά εκεί στ’ απόμερο. Πρώτα είχε τις βαρέλες δίπλα του, τις κοίταζε και τις καμάρωνε: το μοσχάτο, το μπρούσκο, το κοκκινέλι, το λιαστό... Κρασιά και κρασιά. Να πιει και να μεθύσει η Οικουμένη. «Άγια χώματα η πατρίδα. Ρουφάει το νεράκι του Θεού και σου δίνει εφτά λογιών κρασί». Έπειτα εύρισκε την ησυχία του εκεί στ’ απόμερο. Δεν έκανε χάζι τον κόσμο. Αυτά τα παιδιά, με τα πλατιά ζουνάρια και τα μουστάκια τα στριμμένα, του χαλούσανε το στομάχι. Ούτε τα φερσίματά τους, ούτε τα λόγια τους, ούτε τα τραγούδια τους ήθελε να τ’ ακούει. Όλο και σαχλαμάρες. Πολιτική, κουβέρνο, συνδυασμοί, κωλυσιεργίες, ένα σωρό αηδίες. Αυτές ήταν οι κουβέντες τους. Κι ύστερα φραγκοτράγουδα, γκαρίσματα, μπάσα και πρίμα, σωστές πριμαντόνες. Λίγο κρασί και πολλά φούμαρα. Γυναικοδουλειές, ερωτοδουλειές, ξεράσματα. Εκεί στη γωνιά του εύρισκε την ησυχία του. Κάλλια μονάχος. Μονάχος ως που να φανεί κανένας άνθρωπος σωστός, του παλαιού καιρού.
Από το σούρπωμα ήτανε εκεί ο Μπαρμπα-Δημητρός. Αυτό το βράδυ είχ’ αργήσει να φανεί η παρέα του. Δηλαδή, να πούμε, ο Καπετάν Βαγγέλης. Ο Μπαρμπα-Δημητρός τράβηξε ωστόσο τα κρασάκια του, σιγά σιγά. Όλο και κοίταζε κατά την πόρτα· μα ψυχή δε φαινότανε. Ήρθανε κάνα δυο παρέες. Κάνανε να του πιάσουν κουβέντα:
— Μπα! μονάχος, Μπαρμπα-Δημητρό! Τι την έκανες την παρέα σου;
Τίποτε ο Μπαρμπα-Δημητρός. Ούτε γύρισε να τους κοιτάξει. «Τι τις θέλεις τις κουβέντες;» έλεγε μέσα του. «Άσ’ τους να λένε».
Μπήκε άλλος.
— Καλημέρα, Μπαρμπα-Δημητρό.
Ο Μπαρμπα-Δημητρός τίποτε.
— Είπαμε, καλημέρα! ξαναείπε ο νεόφερτος.
— Την κακή ψυχρή σου μέρα.
— Ευχαριστώ! είπε ο νεόφερτος. Δεν του κακοφάνηκε.
— Τίποτα, τίποτα! μουρμούρισε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
Τράβηξε άλλο ένα κρασάκι. «Έτσι θέλουν αυτοί για να ησυχάσουν», είπε μέσα του.
Είχε νυχτώσει. Ότε άναβε το παιδί το φανάρι φάνηκε ο Καπετάν Βαγγέλης στην πόρτα. Κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά ολόγυρα και τράβηξε ολόισα κατά το τεζάχι και κάθισε αντίκρυ στον φίλο του. Ούτε «καλησπέρα» ούτε «καλή σου σπέρα». Αγροικηθήκανε με τα μάτια.
— Μονομπράτσο το πήρε! είπε κάποιος από τη γειτονική παρέα. Ύστερα θα πάρει τις βόλτες.
— Ας τους να λένε! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
Ο Σπανός ξαναγέμισε το εκατοστάρι. Οι γέροι κουτσόπιναν. Ούτε μιλιά, ούτε λαλιά. Ωστόσο θα ’λεγες πως αγροικούνταν από μέσα τους, πως είχανε μεγάλη κουβέντα, μια κουβέντα χωρίς λόγια, που δεν την έκοβαν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι φωνές, ούτε τα χτυπήματα των ποτηριών που γέμιζαν την ταβέρνα. Στο τέλος της παράξενης αυτής κουβέντας ήσανε πάντα σύμφωνοι κι οι δυο.
— Έτσι που λες, Καπετάν Βαγγέλη.
— Έτσι βέβαια. Αμ’ πώς;
Και τρακάριζαν τα ποτήρια.
Η κουβέντα αυτή βάσταξε ώρες. Και πάντα σύμφωνοι.
— Έτσι που λες,
— Έτσι βέβαια. Αμ’ πώς;
Είχε νυχτώσει. Οι παρέες σιγά-σιγά αδειάσανε το μαγαζί. Πηγαίνανε και «παρακάτω», να δοκιμάσουνε κι άλλα κρασιά. «Οι νέοι μουδιάζουνε γλήγορα στον ίδιον τόπο. Θέλουνε κούνημα... Ο γέρος, άμα καθίσει, κάθισε», έλεγε ο Καπετάν Βαγγέλης. «Ώσπου να καθίσει, και να μη σηκωθεί», επρόσθετε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
— Έτσι δεν είναι; Πώς;
— Έτσι βέβαια, Αμ’ πώς;
Σαν έμειναν μόνοι οι δύο γέροι άρχισαν να μιλούν και φωναχτά.
— Σαν να πέρασε η ώρα! είπε ο Καπετάν Βαγγέλης.
— Ώρες κοιτάς τώρα! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
— Δεν τις κοιτάω εγώ. Τις κοιτάει η γερόντισσα, αποκρίθηκε αναστενάζοντας ο Καπετάν Βαγγέλης. Εσύ την πάντρεψες και ησύχασες. Ποιος σ’ ερωτάει;
Ο Μπαρμπα-Δημητρός το γύρισε στο μεράκι.
— Τρομάρα μου. Όμορφος κατάντησα. Σαν το σκυλί στο δρόμο. Ας είχα τη γριούλα κι ας μου ’λειπαν τα καλά μου.
Τον είχε πάρει το παράπονο.
— Αυτά έχει ο κόσμος, είπε ο Καπετάν Βαγγέλης. Όποιος δεν τα ’χει, τ’ απογυρεύει.
— Το θυμάσαι το Μοσχαδώ; ρώτησε άξαφνα ο Μπαρμπα-Δημητρός.
Τα μάτια του γυαλίζανε. Η φωνή του αντρειεύτηκε.
— Το θυμάμαι, λέει; Σαν να ’ναι τούτη η ώρα.
— Θεός σχωρέσ’ την. Άγια γυναίκα.
— Κι ομορφούλα, παχουλή, σερπετή. Σου πήρε τα μυαλά.
— Ομορφούλα, λέει;
Η φωνή του Μπαρμπα-Δημητρού όλο και αντρείευε. Έστησε το κορμί του ολόρθο και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι Έστριψε και το μουστάκι με τα δυο δάχτυλα.
— Άιντε ντε!... Αμ’ αν δεν ήτανε τέτοια, δεν έτρωγα τα σίδερα να την πάρω. Πέντε χρόνια αγάπη.
— Πέντε, ε;
— Πέντε σωστά. Μ’ έφαγε στο νάζι και στα πεισματικά. Μωρέ το θυμάσαι το Μοσχαδώ;
— Ακούς, λέει!
— Πέντε χρόνια, που λες! Στράγγισα στα πόδια μου. Ανήμερα τα Φώτα ήτανε, που μου μπήκε ο διάολος μέσα μου. Βγήκε απ’ τα νερά και μου μπήκε μέσα στα σωθικά μου. Γύριζα από ταξίδι. Τραβούσα το δρόμο κατά το σπίτι. Ζούσε ακόμα η συχωρεμένη η μάνα μου. Εκεί κατά το μαχαλά μας βλέπω κάτι κορίτσια στην πόρτα. Ποιος γύριζε να κοιτάξει; Χορτασμένο το μάτι μας από τέτοια πράματα. Άξαφνα ακούω μια φωνή: — «Καλώς όρισες, καπετάνιο!» — «Καλώς σας βρήκαμε». Βρε τι ήτανε εκείνο; Με χτύπησε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Έλα Κύριε! είπα μέσα μου. Τ’ είναι τούτο το κακό; Γυρίζω και βλέπω. Θαμπώσανε τα μάτια μου. Χαμογελούσε και κοκκίνιζε σαν παπαρούνα, οι άλλες βαστούσανε τα γέλια τους. Κοντοστάθηκα. «Δε με γνωρίζεις, Καπετάν Δημήτρη;» μου λέει. Λιγώθηκα. Ανοίξανε τα επουράνια! «Πού να σε γνωρίσω;» της κάνω. Η φωνή μου έτρεμε. Κύριε ελέησον! Τέτοιο μασκαραλίκι δεν το είχα ματαπάθει. — «Δεν είμ’ εγώ το Μοσχαδώ της Σειραϊνώς, της παπαδιάς;» — «Εσύ είσαι;» Της δίνω το χέρι. Τα γόνατα μου λυγίσανε. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά! Τέτοιο ρεζιλίκι δεν το ’χα ματαπάθει. «Αμ’ πού να σε γνωρίσω; Σ’ άφησα κοριτσόπουλο, και σε βρίσκω κοπέλα». Ο κόσμος μου ήρθε γύρω. Τράβηξα στο σπίτι, στη γριά. Μην τα ρωτάς ύστερα...
Πήρε ένα βαρύν αναστεναγμό. Ο σύντροφος του τον κοίταζε στα μάτια. Τα δυο γέρικα κεφάλια κόντευαν να τρακάρουν.
— Τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ξαναείπε.
— Γιατί δεν την έπαιρνες, Δημητρό, να τελειώσεις;
— Γιατί, λέει; Ούτε το διάβολο ν’ απαντήσεις ούτε το σταυρό σου να κάνεις. «Το Μοσχαδώ σ’ αγαπάει. Το Μοσχαδώ τρελαίνεται για σένα», μου λέγανε η μια κι η άλλη. Κάτι καταλάβαινα και μοναχός μου. Πάμε μια Κυριακή με τη γριά να τους χαιρετίσομε. «Έλα, Μοσχαδώ, μέσα», της λέει η μάνα της. «Δεν μπορώ, μάνα. Με πονάει το κεφάλι μου».— «Έλα που σου λέω». — «Δεν έρχομαι». Κακανογελούσε μέσα με τ’ αδερφάκια της· τέτοιο πονοκέφαλο είχε. Το στόμα μου έγινε φαρμάκι. «Πάμε, μάνα, να φύγομε»,λέω στη γριά μου. Φύγαμε. Μου ανάψανε τα αίματα. Περνώ την άλλη μέρα· ήτανε στο παραθύρι. —«Καλησπέρα, καπετάνιο». — «Καλησπέρα». — «Κακιωμένος είσαι;» Μέγας είσαι, Κύριε, με τούτο το κορίτσι. Έχασα το μπούσουλα. Ζυγώνω στο παράθυρο. Κόβει ένα κλωνί βασιλικό και μου το δίνει.— «Να μη κακιώνεις άλλοτε». Είχε μια γλύκα η φωνή της. Ύστερ’ αναστέναξε.— «Θα φύγεις;» μου είπε.—«Θα φύγω την Κυριακή».— «Γιατί βιάζεσαι τόσο;»
— «Έτσι λέω, ποιος ξέρει πάλι!» της είπα.— «Καληνύχτα».
Έφευγα και δεν μπορούσα να φύγω. Τα πόδια μου κολλήσανε στο χώμα. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Πέρασαν δυο τρεις ημέρες. Δεν την ξαναείδα. Ούτε στην πόρτα, ούτε στο παράθυρο. Ένα βράδυ, κατά το σούρπωμα, τη βλέπω στο παράθυρο. Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Ζυγώνω και την καλησπερίζω.— «Καλησπέρα», μου λέει ξερά. Άπλωσα να της δώσω το χέρι. Τραβήχτηκε μέσα και μου κλείνει το παράθυρο κατάμουτρα. Την άκουγα που γελούσε. Το αίμα μου ανέβηκε στο κεφάλι. Έτσι είσαι, άτιμο θηλυκό;! Τραβάω στο σπίτι μου. — «Μάνα, να μου ετοιμάσεις τα ρούχα μου. Φεύγω το πρωί με το βαπόρι. Πάω να μπαρκάρω στον Περαία». Βρε αμάν, βρε ζαμάν η γριά. Τίποτε γω. Μαύρη πέτρα πίσω μου κι έφυγα. Στη Μαρσίλια λαβαίνω γράμμα. «Το Μοσχαδώ αρρώστησε απ’ τον καημό της». Κύριε ελέησον. Να μην τα πολυλογούμε, γυρίζω,—τα ίδια πάλι. «Δεν πονηρεύομαι, είμαι μικρή ακόμα». Ξαναγυρίζω. Πέντε χρόνια κοντολογής. Στέγνωσα στα πόδια μου.
Ο Καπετάν Βαγγέλης άκουγε με το στόμα ανοιχτό. Στο τέλος ξέσπασε.
— Μέγας είσαι, Κύριε, μ’ αυτά τα θηλυκά! Καθένα με το διάβολό του. Έμενα η γριά μου δε ήξερε τέτοια πράματα. Απ’ τ’ αυτί και στο δάσκαλο. Καλή της ώρα!
— Έτσι που λες, γέρο. Ωστόσο έδωκε ο Θεός και ήρθε η ευλογημένη μέρα. Όταν έπεσε, που λες, στην αγκαλιά μου, έτριβα τα μάτια μου. «Εσύ ’σαι, μωρέ Δημητρό, που απόλαψες τέτοια δόξα;» Δεν πίστευα και μοναχός μου. Ανοίξανε τα επουράνια...
Ένας χτύπος δυνατός ετράνταξε την πόρτα. Οι γέροι τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι, σαν να τους έπιασαν σε καμιά ντροπή.
— Ποιος είναι!
Ξεροβήξανε και τραβήχτηκε ο ένας απ’ τον άλλον.
— Τον κακό σου τον καιρό, μπεκρούλιακα, παραλυμένε!...
Μια γυναικεία φωνή ούρλιαζε απέξω.
— Να τσακιστείς να ’ρθεις στο σπίτι. Που σε μαζεύομε από τις ταβέρνες.
Ήτανε η γυναίκα του Καπετάν Βαγγέλη. Συνηθισμένη ιστορία στην ταβέρνα του Σπανού. Ο γέρος σηκώθηκε σα βρεμένη γάτα. Με κοντοβόλτες, τρεκλίζοντας, έφτασε στην πόρτα. Άνοιξε και βγήκε. Τα ουρλιάσματα έπαιρναν κι έδιναν. Από μακριά φτάνανε οι κατάρες και τ’ αναθεματίσματα.
Ο Μπαρμπα-Δημητρός έμεινε μοναχός του. Ήτανε σαν αλαφιασμένος.
— Φέρε ένα κρασάκι, παιδί. Να πάμε να ησυχάσομε και μεις.
Το ήπιε.
Έπειτα στα καλά καθούμενα τον πήρε το παράπονο.
Έσκυψε απάνω στο τραπέζι κι άρχισε τα κλάματα.
— Αχ! Μοσχαδώ! Πού είσαι, Μοσχαδώ μου, έρημο και σκοτεινό μ’ άφηκες.
— Άιντε να πέσεις, γέρο! Ώρα είναι. Άσε τώρα τα κλάματα.
Μούγκρισε ο Σπανός, ο ταβερνάρης, συμμαζεύοντας τα ποτήρια.
Ο Μπαρμπα-Δημητρός είχε το κονάκι του στην ταβέρνα. Δίπλα στο τεζάχι, από πίσω απ’ τα βαρέλια, έστρωνε την ανδρομίδα του και τον έπαιρνε κάθε βράδυ, σαν το πουλάκι.
Σηκώθηκε άξαφνα απάνω.
— Καληνύχτα σας!
Και τράβηξε κατά την πόρτα.
— Πού πας; Παλάβωσες, γέρο;
— Πού πάω; Στο σπίτι μου. Πού θες να πάω;
— Βρε πέσε, γέρο, ψοφολόγα.
— Καληνύχτα σας, είπα!
— Ώρα σου καλή. Να μη γυρίσεις μονάχα και χτυπάς την πόρτα. Ακούς;
— Καληνύχτα, καληνύχτα!
Βγήκε στο δρόμο. Ο Σπανός αμπάρωσε την πόρτα, μουρμουρίζοντας. Πού πάει τέτοια ώρα ο θεοσκοτωμένος! Τράβηξε τον ανήφορο, γύρισε το σοκάκι, άφησε δεξιά του την εκκλησιά) πήρε το δρόμο ίσια, με τρεκλίσματα και βόλτες. Έφτασε κοντά στην παλιά δημαρχία. Δίπλα σε μια μάντρα ήτανε ένα γκρεμισμένο ρημάδι. Χρόνια και χρόνια αποθήκη με σανά. Χτύπησε την πόρτα με τα χέρια του.
— Μοσχαδώ• άνοιξε, Μοσχαδώ.
Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.
Η βραχνιασμένη φωνή αντήχησε άγρια μέσα στο σκοτάδι. Το σοκάκι ήτανε έρημο.
— Δεν ακούς, Μοσχαδώ; Εγώ είμαι. Άνοιξε.
Τίποτε. Κανένας δεν αποκρίθηκε.
— Βρε, κουφαθήκανε σήμερα! Άνοιξε, σου λέω.
Ένα σκυλί ξαφνιασμένο μες στο σκοτάδι άρχισε να γαυγίζει από μέσα, ξύνοντας την πόρτα με τα νύχια του. Γαύγιζε αγριεμένο, έτρωγε το ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ!
— Σκασμός, βρε Μπραήμη! Εγώ είμαι. Δε με κατάλαβες;
Το σκυλί, με το ξένο όνομα, λύσσαξε περισσότερο. Έβγαλε το λαρύγγι του.
— Μοσχαδώ, άνοιξε, σου λέω. Κακιωμένη είσαι πάλε. Άνοιξε.
Η φωνή του είχε γίνει τρυφερότερη, λιγωμένη:
— Άνοιξε, Μοσχαδώ.
Τίποτε. Το σκυλί μονάχα έτρωγε το ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ! Ο γέρος άρχισε τα κλάματα. Σε λίγο σωριάστηκε κάτω στο χώμα.
Πηδήματα βαριά ακούστηκαν από μακριά στο καλντερίμι. Ο Μπαρμπα-Δημητρός ανασήκωσε το κεφάλι και ξανάπεσε πάλι.
— Μοσχαδώ, Μοσχαδώ! βογκούσε με βραχνιασμένη φωνή.
Δυο άνθρωποι ζυγώσανε τρομαγμένοι.
— Μωρέ τ’ είν’ εδώ; Ποιος βογκάει;
— Κανένας λαβωμένος! είπε ο ένας στον άλλον.
Ο ένας άναψε ένα σπίρτο κι έσκυψε να δει. Σαν έφεξε και είδε, έβαλε τα γέλια. Σήκωσε το χέρι και φασκέλωσε:
- Εσύ ’σαι, Μπαρμπα-Δημητρό; Μπα, κακό χρόνο να ’χεις!
Και τραβήξανε το δρόμο τους.
Παύλος Νιρβάνας
Ώσπου να γίνει το κρασί κρασάκι περάσανε πενήντα χρόνια. Κι άλλα τόσα ώσπου να γίνει ο Καπετάν Δημήτρης Μπαρμπα-Δημητρός. Νέος ακόμα ναύτης, λοστρόμος κι έπειτα καπετάνιος δεν το αγαπούσε το κρασί.
— Δεν το θέλω το κρασί. Δεν το κάνω χάζι. Με πειράζει.
Βία να πιει ένα εκατοσταράκι στο φαγί του. Κι αυτό με το νερό. «Βαπτισμένο», όπως έλεγε ο σύγγαμπρός του ο Παπα-Θανάσης. Ο Παπα-Θανάσης πάλι στο φαγί του δεν έπινε καθόλου, σταλιά.
Όταν έμπλεκε όμως με παρέες ο Παπα-Θανάσης κατέβαζε τον Ιορδάνη.
— Πού και πού χρειάζεται, έλεγε. Να ξυπνούν τα αίματα! Όταν άφησε τη θάλασσα ο Καπετάν Δημήτρης, καραβοτσακισμένος και θεόφτωχος, με δώδεκα δραχμές σύνταξη, ύστερ’ από πενήντα χρόνια δούλεψη — τα μισά του τα ’φαγαν οι καπεταναίοι και τα λιμεναρχεία — χωρίς να το καταλάβει έγινε Μπαρμπα-Δημητρός, επιστάτης για χρόνια στα σχολεία, με το βούρβουλα στα χέρια, και χωρίς να το καταλάβει πάλι πήρε τις συνήθειες του μακαρίτη του Παπα-Θανάση, του σύγγαμπρού του. Στο φαγί του έπινε νερό νεράκι· στα έκτακτα κατέβαζε τον Ιορδάνη. Το κρασί έγινε κρασάκι.
— Η σφαίρα γυρίζει, η πολιτική αλλάζει. Αυτά έχει ο παλιόκοσμος! Το κρασάκι μας έμεινε!
Και με το δίκιο του ο Μπαρμπα-Δημητρός. Τι είχε να δει στον κόσμο; Μέσα σε πενήντα χρόνια τα μάτια του είδαν καν και καν. Έχασε ό,τι είχε και δεν είχε· έχασε τα υπάρχοντά του• τη γριά του την πάντρεψε• τα παιδιά του τα ’στειλε αποκεί που ήρθαν· το φως του τ’ άφησε το μισό στο πέλαγο και μόνο τα πόδια του πληθύνανε. Από δυο γινήκανε τρία.
— Και με τη βοήθεια του Θεού θα τ’ αυγατίσω ακόμα, έλεγε. Να περπατώ με τέσσερα, να κυνηγάω τα μούλικα στα σοκάκια.
Η μόνη του παρηγοριά έμεινε το κρασάκι. Πιο πιστό κι απ’ τη γυναίκα κι απ’ τη θάλασσα, κι απ’ όλα τ’ αγαθά του κόσμου. Ας είναι καλά τ’ αμπέλια του Θεού. Οι βαρέλες δεν αδειάζουν ποτέ. Κι αν αδειάσουν, ξαναγεμίζουν...
— Αυτό, που λες, δε θα μ’ αρνηθεί ποτέ. Ποτέ δε θα μ’ αρνηθεί. Τύφλα να ’χουνε γυναίκες κι υποστατικά και πλεούμενα και παιδιά και σκυλιά. Όλα μ’ αρνηθήκανε και φύγανε. Πάνε. Αυτό δε θα μ’ αφήσει, αν δεν τ’ αφήσω. Η ψυχή μου θα βγαίνει κι ο παπάς θα με δροσίζει με το κουταλάκι... Αυτά είναι που σου λέω, Καπετάν Βαγγέλη. Και να μ’ ακούς εμένα και να μ’ αγαπάς.
Ήσαν οι δυο γέροι στην ταβέρνα του Σπανού, κάτω στο γιαλό, στο κρυφό τραπεζάκι πίσω απ’ το τεζάχι. Την είχε τη θέση χρονικής ο Μπαρμπα-Δημητρός. Όχι πως ήθελε να κρυφτεί απ’ τα μάτια του κόσμου. Μια πεντάρα δεν έδινε. Μα του ’ρχότανε βολικά εκεί στ’ απόμερο. Πρώτα είχε τις βαρέλες δίπλα του, τις κοίταζε και τις καμάρωνε: το μοσχάτο, το μπρούσκο, το κοκκινέλι, το λιαστό... Κρασιά και κρασιά. Να πιει και να μεθύσει η Οικουμένη. «Άγια χώματα η πατρίδα. Ρουφάει το νεράκι του Θεού και σου δίνει εφτά λογιών κρασί». Έπειτα εύρισκε την ησυχία του εκεί στ’ απόμερο. Δεν έκανε χάζι τον κόσμο. Αυτά τα παιδιά, με τα πλατιά ζουνάρια και τα μουστάκια τα στριμμένα, του χαλούσανε το στομάχι. Ούτε τα φερσίματά τους, ούτε τα λόγια τους, ούτε τα τραγούδια τους ήθελε να τ’ ακούει. Όλο και σαχλαμάρες. Πολιτική, κουβέρνο, συνδυασμοί, κωλυσιεργίες, ένα σωρό αηδίες. Αυτές ήταν οι κουβέντες τους. Κι ύστερα φραγκοτράγουδα, γκαρίσματα, μπάσα και πρίμα, σωστές πριμαντόνες. Λίγο κρασί και πολλά φούμαρα. Γυναικοδουλειές, ερωτοδουλειές, ξεράσματα. Εκεί στη γωνιά του εύρισκε την ησυχία του. Κάλλια μονάχος. Μονάχος ως που να φανεί κανένας άνθρωπος σωστός, του παλαιού καιρού.
Από το σούρπωμα ήτανε εκεί ο Μπαρμπα-Δημητρός. Αυτό το βράδυ είχ’ αργήσει να φανεί η παρέα του. Δηλαδή, να πούμε, ο Καπετάν Βαγγέλης. Ο Μπαρμπα-Δημητρός τράβηξε ωστόσο τα κρασάκια του, σιγά σιγά. Όλο και κοίταζε κατά την πόρτα· μα ψυχή δε φαινότανε. Ήρθανε κάνα δυο παρέες. Κάνανε να του πιάσουν κουβέντα:
— Μπα! μονάχος, Μπαρμπα-Δημητρό! Τι την έκανες την παρέα σου;
Τίποτε ο Μπαρμπα-Δημητρός. Ούτε γύρισε να τους κοιτάξει. «Τι τις θέλεις τις κουβέντες;» έλεγε μέσα του. «Άσ’ τους να λένε».
Μπήκε άλλος.
— Καλημέρα, Μπαρμπα-Δημητρό.
Ο Μπαρμπα-Δημητρός τίποτε.
— Είπαμε, καλημέρα! ξαναείπε ο νεόφερτος.
— Την κακή ψυχρή σου μέρα.
— Ευχαριστώ! είπε ο νεόφερτος. Δεν του κακοφάνηκε.
— Τίποτα, τίποτα! μουρμούρισε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
Τράβηξε άλλο ένα κρασάκι. «Έτσι θέλουν αυτοί για να ησυχάσουν», είπε μέσα του.
Είχε νυχτώσει. Ότε άναβε το παιδί το φανάρι φάνηκε ο Καπετάν Βαγγέλης στην πόρτα. Κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά ολόγυρα και τράβηξε ολόισα κατά το τεζάχι και κάθισε αντίκρυ στον φίλο του. Ούτε «καλησπέρα» ούτε «καλή σου σπέρα». Αγροικηθήκανε με τα μάτια.
— Μονομπράτσο το πήρε! είπε κάποιος από τη γειτονική παρέα. Ύστερα θα πάρει τις βόλτες.
— Ας τους να λένε! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
Ο Σπανός ξαναγέμισε το εκατοστάρι. Οι γέροι κουτσόπιναν. Ούτε μιλιά, ούτε λαλιά. Ωστόσο θα ’λεγες πως αγροικούνταν από μέσα τους, πως είχανε μεγάλη κουβέντα, μια κουβέντα χωρίς λόγια, που δεν την έκοβαν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι φωνές, ούτε τα χτυπήματα των ποτηριών που γέμιζαν την ταβέρνα. Στο τέλος της παράξενης αυτής κουβέντας ήσανε πάντα σύμφωνοι κι οι δυο.
— Έτσι που λες, Καπετάν Βαγγέλη.
— Έτσι βέβαια. Αμ’ πώς;
Και τρακάριζαν τα ποτήρια.
Η κουβέντα αυτή βάσταξε ώρες. Και πάντα σύμφωνοι.
— Έτσι που λες,
— Έτσι βέβαια. Αμ’ πώς;
Είχε νυχτώσει. Οι παρέες σιγά-σιγά αδειάσανε το μαγαζί. Πηγαίνανε και «παρακάτω», να δοκιμάσουνε κι άλλα κρασιά. «Οι νέοι μουδιάζουνε γλήγορα στον ίδιον τόπο. Θέλουνε κούνημα... Ο γέρος, άμα καθίσει, κάθισε», έλεγε ο Καπετάν Βαγγέλης. «Ώσπου να καθίσει, και να μη σηκωθεί», επρόσθετε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
— Έτσι δεν είναι; Πώς;
— Έτσι βέβαια, Αμ’ πώς;
Σαν έμειναν μόνοι οι δύο γέροι άρχισαν να μιλούν και φωναχτά.
— Σαν να πέρασε η ώρα! είπε ο Καπετάν Βαγγέλης.
— Ώρες κοιτάς τώρα! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
— Δεν τις κοιτάω εγώ. Τις κοιτάει η γερόντισσα, αποκρίθηκε αναστενάζοντας ο Καπετάν Βαγγέλης. Εσύ την πάντρεψες και ησύχασες. Ποιος σ’ ερωτάει;
Ο Μπαρμπα-Δημητρός το γύρισε στο μεράκι.
— Τρομάρα μου. Όμορφος κατάντησα. Σαν το σκυλί στο δρόμο. Ας είχα τη γριούλα κι ας μου ’λειπαν τα καλά μου.
Τον είχε πάρει το παράπονο.
— Αυτά έχει ο κόσμος, είπε ο Καπετάν Βαγγέλης. Όποιος δεν τα ’χει, τ’ απογυρεύει.
— Το θυμάσαι το Μοσχαδώ; ρώτησε άξαφνα ο Μπαρμπα-Δημητρός.
Τα μάτια του γυαλίζανε. Η φωνή του αντρειεύτηκε.
— Το θυμάμαι, λέει; Σαν να ’ναι τούτη η ώρα.
— Θεός σχωρέσ’ την. Άγια γυναίκα.
— Κι ομορφούλα, παχουλή, σερπετή. Σου πήρε τα μυαλά.
— Ομορφούλα, λέει;
Η φωνή του Μπαρμπα-Δημητρού όλο και αντρείευε. Έστησε το κορμί του ολόρθο και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι Έστριψε και το μουστάκι με τα δυο δάχτυλα.
— Άιντε ντε!... Αμ’ αν δεν ήτανε τέτοια, δεν έτρωγα τα σίδερα να την πάρω. Πέντε χρόνια αγάπη.
— Πέντε, ε;
— Πέντε σωστά. Μ’ έφαγε στο νάζι και στα πεισματικά. Μωρέ το θυμάσαι το Μοσχαδώ;
— Ακούς, λέει!
— Πέντε χρόνια, που λες! Στράγγισα στα πόδια μου. Ανήμερα τα Φώτα ήτανε, που μου μπήκε ο διάολος μέσα μου. Βγήκε απ’ τα νερά και μου μπήκε μέσα στα σωθικά μου. Γύριζα από ταξίδι. Τραβούσα το δρόμο κατά το σπίτι. Ζούσε ακόμα η συχωρεμένη η μάνα μου. Εκεί κατά το μαχαλά μας βλέπω κάτι κορίτσια στην πόρτα. Ποιος γύριζε να κοιτάξει; Χορτασμένο το μάτι μας από τέτοια πράματα. Άξαφνα ακούω μια φωνή: — «Καλώς όρισες, καπετάνιο!» — «Καλώς σας βρήκαμε». Βρε τι ήτανε εκείνο; Με χτύπησε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Έλα Κύριε! είπα μέσα μου. Τ’ είναι τούτο το κακό; Γυρίζω και βλέπω. Θαμπώσανε τα μάτια μου. Χαμογελούσε και κοκκίνιζε σαν παπαρούνα, οι άλλες βαστούσανε τα γέλια τους. Κοντοστάθηκα. «Δε με γνωρίζεις, Καπετάν Δημήτρη;» μου λέει. Λιγώθηκα. Ανοίξανε τα επουράνια! «Πού να σε γνωρίσω;» της κάνω. Η φωνή μου έτρεμε. Κύριε ελέησον! Τέτοιο μασκαραλίκι δεν το είχα ματαπάθει. — «Δεν είμ’ εγώ το Μοσχαδώ της Σειραϊνώς, της παπαδιάς;» — «Εσύ είσαι;» Της δίνω το χέρι. Τα γόνατα μου λυγίσανε. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά! Τέτοιο ρεζιλίκι δεν το ’χα ματαπάθει. «Αμ’ πού να σε γνωρίσω; Σ’ άφησα κοριτσόπουλο, και σε βρίσκω κοπέλα». Ο κόσμος μου ήρθε γύρω. Τράβηξα στο σπίτι, στη γριά. Μην τα ρωτάς ύστερα...
Πήρε ένα βαρύν αναστεναγμό. Ο σύντροφος του τον κοίταζε στα μάτια. Τα δυο γέρικα κεφάλια κόντευαν να τρακάρουν.
— Τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ξαναείπε.
— Γιατί δεν την έπαιρνες, Δημητρό, να τελειώσεις;
— Γιατί, λέει; Ούτε το διάβολο ν’ απαντήσεις ούτε το σταυρό σου να κάνεις. «Το Μοσχαδώ σ’ αγαπάει. Το Μοσχαδώ τρελαίνεται για σένα», μου λέγανε η μια κι η άλλη. Κάτι καταλάβαινα και μοναχός μου. Πάμε μια Κυριακή με τη γριά να τους χαιρετίσομε. «Έλα, Μοσχαδώ, μέσα», της λέει η μάνα της. «Δεν μπορώ, μάνα. Με πονάει το κεφάλι μου».— «Έλα που σου λέω». — «Δεν έρχομαι». Κακανογελούσε μέσα με τ’ αδερφάκια της· τέτοιο πονοκέφαλο είχε. Το στόμα μου έγινε φαρμάκι. «Πάμε, μάνα, να φύγομε»,λέω στη γριά μου. Φύγαμε. Μου ανάψανε τα αίματα. Περνώ την άλλη μέρα· ήτανε στο παραθύρι. —«Καλησπέρα, καπετάνιο». — «Καλησπέρα». — «Κακιωμένος είσαι;» Μέγας είσαι, Κύριε, με τούτο το κορίτσι. Έχασα το μπούσουλα. Ζυγώνω στο παράθυρο. Κόβει ένα κλωνί βασιλικό και μου το δίνει.— «Να μη κακιώνεις άλλοτε». Είχε μια γλύκα η φωνή της. Ύστερ’ αναστέναξε.— «Θα φύγεις;» μου είπε.—«Θα φύγω την Κυριακή».— «Γιατί βιάζεσαι τόσο;»
— «Έτσι λέω, ποιος ξέρει πάλι!» της είπα.— «Καληνύχτα».
Έφευγα και δεν μπορούσα να φύγω. Τα πόδια μου κολλήσανε στο χώμα. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Πέρασαν δυο τρεις ημέρες. Δεν την ξαναείδα. Ούτε στην πόρτα, ούτε στο παράθυρο. Ένα βράδυ, κατά το σούρπωμα, τη βλέπω στο παράθυρο. Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Ζυγώνω και την καλησπερίζω.— «Καλησπέρα», μου λέει ξερά. Άπλωσα να της δώσω το χέρι. Τραβήχτηκε μέσα και μου κλείνει το παράθυρο κατάμουτρα. Την άκουγα που γελούσε. Το αίμα μου ανέβηκε στο κεφάλι. Έτσι είσαι, άτιμο θηλυκό;! Τραβάω στο σπίτι μου. — «Μάνα, να μου ετοιμάσεις τα ρούχα μου. Φεύγω το πρωί με το βαπόρι. Πάω να μπαρκάρω στον Περαία». Βρε αμάν, βρε ζαμάν η γριά. Τίποτε γω. Μαύρη πέτρα πίσω μου κι έφυγα. Στη Μαρσίλια λαβαίνω γράμμα. «Το Μοσχαδώ αρρώστησε απ’ τον καημό της». Κύριε ελέησον. Να μην τα πολυλογούμε, γυρίζω,—τα ίδια πάλι. «Δεν πονηρεύομαι, είμαι μικρή ακόμα». Ξαναγυρίζω. Πέντε χρόνια κοντολογής. Στέγνωσα στα πόδια μου.
Ο Καπετάν Βαγγέλης άκουγε με το στόμα ανοιχτό. Στο τέλος ξέσπασε.
— Μέγας είσαι, Κύριε, μ’ αυτά τα θηλυκά! Καθένα με το διάβολό του. Έμενα η γριά μου δε ήξερε τέτοια πράματα. Απ’ τ’ αυτί και στο δάσκαλο. Καλή της ώρα!
— Έτσι που λες, γέρο. Ωστόσο έδωκε ο Θεός και ήρθε η ευλογημένη μέρα. Όταν έπεσε, που λες, στην αγκαλιά μου, έτριβα τα μάτια μου. «Εσύ ’σαι, μωρέ Δημητρό, που απόλαψες τέτοια δόξα;» Δεν πίστευα και μοναχός μου. Ανοίξανε τα επουράνια...
Ένας χτύπος δυνατός ετράνταξε την πόρτα. Οι γέροι τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι, σαν να τους έπιασαν σε καμιά ντροπή.
— Ποιος είναι!
Ξεροβήξανε και τραβήχτηκε ο ένας απ’ τον άλλον.
— Τον κακό σου τον καιρό, μπεκρούλιακα, παραλυμένε!...
Μια γυναικεία φωνή ούρλιαζε απέξω.
— Να τσακιστείς να ’ρθεις στο σπίτι. Που σε μαζεύομε από τις ταβέρνες.
Ήτανε η γυναίκα του Καπετάν Βαγγέλη. Συνηθισμένη ιστορία στην ταβέρνα του Σπανού. Ο γέρος σηκώθηκε σα βρεμένη γάτα. Με κοντοβόλτες, τρεκλίζοντας, έφτασε στην πόρτα. Άνοιξε και βγήκε. Τα ουρλιάσματα έπαιρναν κι έδιναν. Από μακριά φτάνανε οι κατάρες και τ’ αναθεματίσματα.
Ο Μπαρμπα-Δημητρός έμεινε μοναχός του. Ήτανε σαν αλαφιασμένος.
— Φέρε ένα κρασάκι, παιδί. Να πάμε να ησυχάσομε και μεις.
Το ήπιε.
Έπειτα στα καλά καθούμενα τον πήρε το παράπονο.
Έσκυψε απάνω στο τραπέζι κι άρχισε τα κλάματα.
— Αχ! Μοσχαδώ! Πού είσαι, Μοσχαδώ μου, έρημο και σκοτεινό μ’ άφηκες.
— Άιντε να πέσεις, γέρο! Ώρα είναι. Άσε τώρα τα κλάματα.
Μούγκρισε ο Σπανός, ο ταβερνάρης, συμμαζεύοντας τα ποτήρια.
Ο Μπαρμπα-Δημητρός είχε το κονάκι του στην ταβέρνα. Δίπλα στο τεζάχι, από πίσω απ’ τα βαρέλια, έστρωνε την ανδρομίδα του και τον έπαιρνε κάθε βράδυ, σαν το πουλάκι.
Σηκώθηκε άξαφνα απάνω.
— Καληνύχτα σας!
Και τράβηξε κατά την πόρτα.
— Πού πας; Παλάβωσες, γέρο;
— Πού πάω; Στο σπίτι μου. Πού θες να πάω;
— Βρε πέσε, γέρο, ψοφολόγα.
— Καληνύχτα σας, είπα!
— Ώρα σου καλή. Να μη γυρίσεις μονάχα και χτυπάς την πόρτα. Ακούς;
— Καληνύχτα, καληνύχτα!
Βγήκε στο δρόμο. Ο Σπανός αμπάρωσε την πόρτα, μουρμουρίζοντας. Πού πάει τέτοια ώρα ο θεοσκοτωμένος! Τράβηξε τον ανήφορο, γύρισε το σοκάκι, άφησε δεξιά του την εκκλησιά) πήρε το δρόμο ίσια, με τρεκλίσματα και βόλτες. Έφτασε κοντά στην παλιά δημαρχία. Δίπλα σε μια μάντρα ήτανε ένα γκρεμισμένο ρημάδι. Χρόνια και χρόνια αποθήκη με σανά. Χτύπησε την πόρτα με τα χέρια του.
— Μοσχαδώ• άνοιξε, Μοσχαδώ.
Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.
Η βραχνιασμένη φωνή αντήχησε άγρια μέσα στο σκοτάδι. Το σοκάκι ήτανε έρημο.
— Δεν ακούς, Μοσχαδώ; Εγώ είμαι. Άνοιξε.
Τίποτε. Κανένας δεν αποκρίθηκε.
— Βρε, κουφαθήκανε σήμερα! Άνοιξε, σου λέω.
Ένα σκυλί ξαφνιασμένο μες στο σκοτάδι άρχισε να γαυγίζει από μέσα, ξύνοντας την πόρτα με τα νύχια του. Γαύγιζε αγριεμένο, έτρωγε το ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ!
— Σκασμός, βρε Μπραήμη! Εγώ είμαι. Δε με κατάλαβες;
Το σκυλί, με το ξένο όνομα, λύσσαξε περισσότερο. Έβγαλε το λαρύγγι του.
— Μοσχαδώ, άνοιξε, σου λέω. Κακιωμένη είσαι πάλε. Άνοιξε.
Η φωνή του είχε γίνει τρυφερότερη, λιγωμένη:
— Άνοιξε, Μοσχαδώ.
Τίποτε. Το σκυλί μονάχα έτρωγε το ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ! Ο γέρος άρχισε τα κλάματα. Σε λίγο σωριάστηκε κάτω στο χώμα.
Πηδήματα βαριά ακούστηκαν από μακριά στο καλντερίμι. Ο Μπαρμπα-Δημητρός ανασήκωσε το κεφάλι και ξανάπεσε πάλι.
— Μοσχαδώ, Μοσχαδώ! βογκούσε με βραχνιασμένη φωνή.
Δυο άνθρωποι ζυγώσανε τρομαγμένοι.
— Μωρέ τ’ είν’ εδώ; Ποιος βογκάει;
— Κανένας λαβωμένος! είπε ο ένας στον άλλον.
Ο ένας άναψε ένα σπίρτο κι έσκυψε να δει. Σαν έφεξε και είδε, έβαλε τα γέλια. Σήκωσε το χέρι και φασκέλωσε:
- Εσύ ’σαι, Μπαρμπα-Δημητρό; Μπα, κακό χρόνο να ’χεις!
Και τραβήξανε το δρόμο τους.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΜΟΥΝΤΑΝΑ
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ
Σιδερένιο κορμί ο γέρος ο Τραμουντάνας και κοκαλιασμένη ψυχή. Ξενιτεμένος κι αυτός από μικρός. Τι τον έβγαλε από τον τόπο του, δεν ήταν και δύσκολο να τ’ απομαντέψεις. Τι τον έριξε όμως σε χώρες θεοσκότεινες και ψυχρές, χώρες στ’ αλήθεια ξένες, που ψυχή να σε συμπονέσει δεν βρίσκεται, μα και να λουβιάσεις, εξόν ίσως καμιά δροσόλευκη παραμάνα στο νοσοκομείο, σε τόπους που κι αγάπη να βρεις, έρχεται κι αυτή και σου φαρμακεύει άλλες αγάπες, που για να μην πεθάνεις της πείνας δουλεύεις όσην ώρα δεν κείτεσαι στο κρεβάτι αποσταμένος, που να μείνεις μισήν ώρα καθάριος αδύνατο πράμα, αφού κι ο αέρας που ανεσαίνεις είναι μισός καπνίλα, που ως και τα πλεμόνια του ανθρώπου μαυρίζουνε μια για πάντα — τι τον έκαμε τον Τραμουντάνα κι έσυρε στα νιάτα του εκεί απάνω, που τον αντάμωσα χρόνους και χρόνους κατόπι ξένοιαστο, πέτρα μονάχη, λησμονησιάρη, δίχως μήτε φυλαχτήρι από μάνα ή αδερφή, δίχως άλλο της πατρίδας σημάδι παρά το μαυριδερό του το πρόσωπο—τι τον πέταξε σε τέτοια πολύκοσμη ερημιά, ήταν κι είναι ακόμα μυστήριο, που για να το ξεδιαλύνω του κάκου ρώτηξα πολλούς σαν και λόγου του. Δίχως πόρεψη, δίχως μέσα, δίχως άλλο σκοπό παρά να ’ρθουν και ν’ αποδείξουν ως πού πηγαίνει η ρωμαίικη η τρέλα, το έρμο και το τυφλό το «Έχει ο Θεός», σάματις τρελάθηκε κι ο Θεός μαζί τους.
Είναι, λέει, το «επιχειρηματικό» της Ρωμαίικης της φυλής και τους σκουντάει, τους ρίχνει όξω κι όξω, ως τον άγιο Φραγκίσκο τους φέρνει, ως την Πολυνησία τους ξεβράζει, σε κάθε ακρογιάλι σαν ψόφιες ακρίδες τους στρώνει, άλλους λουκούμια να πουλούν, άλλους φορτιά να σηκώνουν, άλλους άλλα βάσανα να τραβάνε, και τέλος να ρουφιούνται από το παντοδύναμο τ’ αγγλοσαξονικό το θεριό και να χάνουνται.
Ένας λοιπόν απ’ αυτούς τους ηρώους ήταν κι ο Τραμουντάνας. Τύχαινε συχνά πυκνά να τον ανταμώνω στα ξενικά του λημέρια. Σπίτι του να πάγω ποτές δεν ταίριασε, είναι αλήθεια. Άκουγα όμως πως με την Ιρλανδέζα του τη γυναίκα δεν κακοπερνούσε, γιατί, έτυχε η κερά ν’ αγαπάει το πιοτό, και το γλέντιζε πάντα μ’ άλλες γειτόνισσες που τ’ αγαπούσαν κι αυτές. Ο φίλος πάλι του άρεζαν τα χαρτιά! Πήγαινε λοιπόν κάθε βράδυ σ’ ενός πατριώτη, που δουλειά του ήτανε να βυζάνει τους δικούς του με μια βρόμικη τράπουλα, μάλιστα τους νιοφερμένους. Κι έτσι ο Τραμουντάνας ζωή σπιτικιά δεν πολύβλεπε, και δεν κακοπερνούσε με τη γριά του. Δούλευε ωστόσο ολημερίς. Δουλειά και δουλειά! Πότε δέματα ξεφόρτωνε, πότε γλυκά και πωρικά πουλούσε. Ναύτης στα νιάτα του, τον αψηφούσε το βοριά σα στεκότανε με τις ώρες στους τέσσερεις δρόμους μπροστά στο φορτωμένο τραπέζι του, προσκαλώντας τον κάθε διαβάτη ν’ αγοράσει τα μπαγιάτικά του λουκούμια..
Τον κοίταζα κάποτες από μακριά και συλλογιούμουνα, σαν τι λογής αγόρι να φαίνουνταν τη μέρα που μίσευε από το φτωχικό του τόπο με την ευκή της μαύρης του μάνας!
— Τι σ’ έκαμε και ξέπεσες ως εδώ, τόνε ρώτηξα μια φορά.
— Τι σ’ έκαμε κι ήρθες του λόγου σου! Να! Τύχη γύρευα κι ήρθα.
— Και πότε λες να ξαναγυρίσεις να τους δεις τους δικούς σου;
— Τους δικούς μου; (και δώσ’ του γέλια!) Οι δικοί μου τώρα όλοι στον άλλον κόσμο. Ήμουν πέντε χρόνια ξενιτεμένος σα συχωρέθηκε η μάνα μου· πατέρα δε γνώρισα. Τ’ αδέρφια μου σκορπιστήκανε δω και κει, και πια δεν τ’ ακουσα. Τι να πάω να κάμω εκεί τώρα! Εμένα οι δικοί μου είναι τώρα εδώ. Εδώ έζησα, εδώ θα πεθάνω.
— Μα δε λαχτάρας μαθέ και συ τον ήλιον εκείνον καμιά φορά, δε θυμάσαι τον τόπο σου, τις ομορφιές του;
— Άκου με, αφεντικό· αυτά όλα είναι καλά, μα παράς δε βγαίνει· εδώ πέρα και ν’ αρρωστήσω, έχει νοσοκομείο.
— Όχι, όχι, να μην πεθάνεις εδώ· στην πατρίδα σου να πας, ν’ αναπαυτείς κοντά στους δικούς σου.
— Κι αμέ τη γριά μου; τι να την κάμω;
— Μαζί και κείνη.
Κι άρχιζε πάλε τα γέλια ο Τραμουντάνας, και τρίβοντας τα ροζωμένα του χέρια να τα ζεστάνει, προσκαλούσε τους διαβάτες ν’ αγοράσουνε πωρικά.
Έρχεται μια μέρα ένας κλητήρας με γραμματάκι και με προσκαλεί στο νοσοκομείο. Μπαίνω σ’ αμάξι και πηγαίνω. Μου λέει ο επιστάτης πως είναι μέσα ένας γέρος πατριώτης μου πολύ άρρωστος, και στο βύθο του απάνω παραλαλεί στη γλώσσα του. Μένει, λέει, κι η γυναίκα του πλάγι του, μα αυτή στουπί μεθυσμένη φαντάζεται πως ο γέρος της αφήνει παραγγελιές, και μάλιστα θαρρεί πως μιλεί και για κάτι χρήματα που τα ’χει, λέει, ο γέρος κρυμμένα. Με φωνάξανε λοιπό να παρασταθώ και ν’ ακούσω τη διαθήκη του γέρου.
Ανεβαίνω, μπαίνω στην κάμαρα· ο Τραμουντάνας ψυχομαχούσε παραλαλώντας, κι η γριά του μαλλοσερνότανε.
— Τι λέει, τι λέει; ξεφωνίζει άξαφνα η γριά.
Παίρνω κομμάτι χαρτί και μολυβοκόντυλο, τους λέγω να συχάσουν, κι αρχίζω και σημειώνω·
«… Μωρέ Γιάννη, πάμε να βρούμε φωλιές; ξεπετάκια κοτσύφια να πιάσουμε, στο κλουβί να τα βάλουμε; Τ’ άκουσες πώς κελαηδούνε στου Μπάρμπα Λεφτέρη; Εκεί, εκεί απάνω κατά τις σκάλες, μέσα στα κατάπηχτα τα κλωνιά. Τι; δεν μπορείς να σκαλώσεις μια τέτοια ελίτσα; και τι θα πεις α σου σκαρφαλώσω εγώ αυτό τον πλάτανο; Μια και δυο, και στην κορφή του με βρίσκεις... Αργήσαμε, καημένε, και θα λέει η μάνα, τι πάθαμε. Στάσου, βάλ’ το μες στο καλάθι, σκέπασ’ το καλά μην πετάξει… Ίσια σπίτι τώρα, ειδεμή την πάθαμε, θα πάει σκολειό να ρωτάει τι γενήκαμε … κι ο καινούριος ο δάσκαλος δε χωρατεύει. Εγώ το μαθαίνω και στο δρόμο το μάθημα. Φρρρ — κι απ’ όξω το ’μαθα… Για δες την τη μαριόλα στο παράθυρο πάλι! Αχ, θα με πεθάνει αυτή. Της το ’ταξε, μικρούλα μου, η μάνα μου της μάνας σου σα γεννήθηκες, μα και να μη σου το ’ταζε, πάλι θα σ’ έπαιρνα. Αγάπη μου, πότε θα ξενιτευτώ να κάμω σερμαγιά και να γυρίσω με τα χρυσά νυφικά σου; Φεύγεις εσύ τώρα! Έννοια σου, και θα σε πιάσω πάλι στο περιβόλι σαν ποτίζεις και θα σε λιώσω στο τσίμπημα!
» Τηγανίτες! Χρόνια και χρόνια να φάω το πρωί τηγανίτες! ακόμα δεν έφεξε κι αυτές αχνίζουν κιόλας στο τραπεζάκι. Πού ’ν’ τος ο Γιάννης; Αμ’ η Φροσύνη; Την ακαμάτα! κοιμάται ακόμα· πάμε να την ξυπνήσουμε. Πού ’ν' το σφουγγάρι; Θα τρομάξει, λες; Ναι, βλέπεις, φαρφουρί ήταν και θα ραγίσει! Την κατεργάρα! κοίταξε γόβες, λέει, που μου κέντησε! Θα πεις, έχουμε κι αυτηνής τα προικιά να συλλογιστούμε. Αχ, εσύ αγάπη μου! εσύ φως μου! Πέντε χρόνια είπαμε, βάλε κι άλλα πέντε για την αδερφή! Πέντε και πέντε, δέκα. Είμαι τώρα δεκαπέντε· και δέκα, είκοσι πέντε. Θα ’σαι και συ τότες είκοσι δυο. Μια χαρά. Να σου τώρα και μια τσιμπιά! Πού να το πιάσεις τέτοιο σαχίνι! Θα το πω της Φροσύνης να της την πατήσει την τσιμπιά.
»Στον τρύγο, στον τρύγο! Πάει ο ώμος μου, σήκωνε σήκωνε κόφες! Δόξα να ’χει ο Θεός που ’φαγα πάλι σταφύλι! Όχι σαν κι αυτά που πουλώ! Να, μωρέ παλιοεγγλέζοι, σταφύλι, να φάτε και να καταλάβετε γλύκα! Δες τες, δες τες! Κι οι δυο τους οι σουσουράδες πώς πατούνε σταφύλια στη γούρνα! Και δώσ’ του η μάνα ν’ ανακατεύει αλευριά! Σα να το ξέρει η καημένη πως δε θα μ’ έχει του χρόνου… Ταξίδι, ταξίδι… Για δες μαντιλάκια, κάλτσες, ως και βελόνια και κλωστή μου ’βαλε. Να κι ένα κυδώνι, θεοκίτρινο! Ανασταίνεσαι να το μυρίζεις μονάχα. Να κι οι γόβες! Όχι, όχι, να μην τα δω τώρα. Να τα βλέπω ύστερα και να τις θυμάμαι.
» Αχ, νύχτα που την πέρασα! μήτε στιγμή δεν έκλεισα μάτι, μα θαρρώ και μήτε άλλος κανένας. Για δες, ως και φαΐ μου ’τοιμάσανε για το δρόμο. Και τι να της πω της γριάς! Να τηνα! τ’ άρχισε κιόλας το κλάμα! Ας κάνω πως χαίρουμαι τώρα εγώ, να την παρηγορήσω. Έννοια σου, μάνα, και σε πέντε χρόνια θα μ’ έχεις. Θα παντρέψουμε τη Φροσύνη, άλλα πέντε χρόνια ξενιτιά, και τότες πια με στεφανώνεις και μένα… Μ’ έπνιξαν, μ’ έπνιξαν τα φιλιά της. Έχε γεια, μανούλα μου, έχετε γεια όλοι σας, Φροσύνη, Γιάννη, αγάπη μου, έχετε γεια… — Αχ, μωρέ, πικρός που είναι αυτός ο αναθεματισμένος ο χωρισμός! Ένα πράμα κομπώνει εδώ στο λαιμό μου, εδώ, εδώ…»
Και δεν μπόρεσε άλλα να πει.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ
Σιδερένιο κορμί ο γέρος ο Τραμουντάνας και κοκαλιασμένη ψυχή. Ξενιτεμένος κι αυτός από μικρός. Τι τον έβγαλε από τον τόπο του, δεν ήταν και δύσκολο να τ’ απομαντέψεις. Τι τον έριξε όμως σε χώρες θεοσκότεινες και ψυχρές, χώρες στ’ αλήθεια ξένες, που ψυχή να σε συμπονέσει δεν βρίσκεται, μα και να λουβιάσεις, εξόν ίσως καμιά δροσόλευκη παραμάνα στο νοσοκομείο, σε τόπους που κι αγάπη να βρεις, έρχεται κι αυτή και σου φαρμακεύει άλλες αγάπες, που για να μην πεθάνεις της πείνας δουλεύεις όσην ώρα δεν κείτεσαι στο κρεβάτι αποσταμένος, που να μείνεις μισήν ώρα καθάριος αδύνατο πράμα, αφού κι ο αέρας που ανεσαίνεις είναι μισός καπνίλα, που ως και τα πλεμόνια του ανθρώπου μαυρίζουνε μια για πάντα — τι τον έκαμε τον Τραμουντάνα κι έσυρε στα νιάτα του εκεί απάνω, που τον αντάμωσα χρόνους και χρόνους κατόπι ξένοιαστο, πέτρα μονάχη, λησμονησιάρη, δίχως μήτε φυλαχτήρι από μάνα ή αδερφή, δίχως άλλο της πατρίδας σημάδι παρά το μαυριδερό του το πρόσωπο—τι τον πέταξε σε τέτοια πολύκοσμη ερημιά, ήταν κι είναι ακόμα μυστήριο, που για να το ξεδιαλύνω του κάκου ρώτηξα πολλούς σαν και λόγου του. Δίχως πόρεψη, δίχως μέσα, δίχως άλλο σκοπό παρά να ’ρθουν και ν’ αποδείξουν ως πού πηγαίνει η ρωμαίικη η τρέλα, το έρμο και το τυφλό το «Έχει ο Θεός», σάματις τρελάθηκε κι ο Θεός μαζί τους.
Είναι, λέει, το «επιχειρηματικό» της Ρωμαίικης της φυλής και τους σκουντάει, τους ρίχνει όξω κι όξω, ως τον άγιο Φραγκίσκο τους φέρνει, ως την Πολυνησία τους ξεβράζει, σε κάθε ακρογιάλι σαν ψόφιες ακρίδες τους στρώνει, άλλους λουκούμια να πουλούν, άλλους φορτιά να σηκώνουν, άλλους άλλα βάσανα να τραβάνε, και τέλος να ρουφιούνται από το παντοδύναμο τ’ αγγλοσαξονικό το θεριό και να χάνουνται.
Ένας λοιπόν απ’ αυτούς τους ηρώους ήταν κι ο Τραμουντάνας. Τύχαινε συχνά πυκνά να τον ανταμώνω στα ξενικά του λημέρια. Σπίτι του να πάγω ποτές δεν ταίριασε, είναι αλήθεια. Άκουγα όμως πως με την Ιρλανδέζα του τη γυναίκα δεν κακοπερνούσε, γιατί, έτυχε η κερά ν’ αγαπάει το πιοτό, και το γλέντιζε πάντα μ’ άλλες γειτόνισσες που τ’ αγαπούσαν κι αυτές. Ο φίλος πάλι του άρεζαν τα χαρτιά! Πήγαινε λοιπόν κάθε βράδυ σ’ ενός πατριώτη, που δουλειά του ήτανε να βυζάνει τους δικούς του με μια βρόμικη τράπουλα, μάλιστα τους νιοφερμένους. Κι έτσι ο Τραμουντάνας ζωή σπιτικιά δεν πολύβλεπε, και δεν κακοπερνούσε με τη γριά του. Δούλευε ωστόσο ολημερίς. Δουλειά και δουλειά! Πότε δέματα ξεφόρτωνε, πότε γλυκά και πωρικά πουλούσε. Ναύτης στα νιάτα του, τον αψηφούσε το βοριά σα στεκότανε με τις ώρες στους τέσσερεις δρόμους μπροστά στο φορτωμένο τραπέζι του, προσκαλώντας τον κάθε διαβάτη ν’ αγοράσει τα μπαγιάτικά του λουκούμια..
Τον κοίταζα κάποτες από μακριά και συλλογιούμουνα, σαν τι λογής αγόρι να φαίνουνταν τη μέρα που μίσευε από το φτωχικό του τόπο με την ευκή της μαύρης του μάνας!
— Τι σ’ έκαμε και ξέπεσες ως εδώ, τόνε ρώτηξα μια φορά.
— Τι σ’ έκαμε κι ήρθες του λόγου σου! Να! Τύχη γύρευα κι ήρθα.
— Και πότε λες να ξαναγυρίσεις να τους δεις τους δικούς σου;
— Τους δικούς μου; (και δώσ’ του γέλια!) Οι δικοί μου τώρα όλοι στον άλλον κόσμο. Ήμουν πέντε χρόνια ξενιτεμένος σα συχωρέθηκε η μάνα μου· πατέρα δε γνώρισα. Τ’ αδέρφια μου σκορπιστήκανε δω και κει, και πια δεν τ’ ακουσα. Τι να πάω να κάμω εκεί τώρα! Εμένα οι δικοί μου είναι τώρα εδώ. Εδώ έζησα, εδώ θα πεθάνω.
— Μα δε λαχτάρας μαθέ και συ τον ήλιον εκείνον καμιά φορά, δε θυμάσαι τον τόπο σου, τις ομορφιές του;
— Άκου με, αφεντικό· αυτά όλα είναι καλά, μα παράς δε βγαίνει· εδώ πέρα και ν’ αρρωστήσω, έχει νοσοκομείο.
— Όχι, όχι, να μην πεθάνεις εδώ· στην πατρίδα σου να πας, ν’ αναπαυτείς κοντά στους δικούς σου.
— Κι αμέ τη γριά μου; τι να την κάμω;
— Μαζί και κείνη.
Κι άρχιζε πάλε τα γέλια ο Τραμουντάνας, και τρίβοντας τα ροζωμένα του χέρια να τα ζεστάνει, προσκαλούσε τους διαβάτες ν’ αγοράσουνε πωρικά.
Έρχεται μια μέρα ένας κλητήρας με γραμματάκι και με προσκαλεί στο νοσοκομείο. Μπαίνω σ’ αμάξι και πηγαίνω. Μου λέει ο επιστάτης πως είναι μέσα ένας γέρος πατριώτης μου πολύ άρρωστος, και στο βύθο του απάνω παραλαλεί στη γλώσσα του. Μένει, λέει, κι η γυναίκα του πλάγι του, μα αυτή στουπί μεθυσμένη φαντάζεται πως ο γέρος της αφήνει παραγγελιές, και μάλιστα θαρρεί πως μιλεί και για κάτι χρήματα που τα ’χει, λέει, ο γέρος κρυμμένα. Με φωνάξανε λοιπό να παρασταθώ και ν’ ακούσω τη διαθήκη του γέρου.
Ανεβαίνω, μπαίνω στην κάμαρα· ο Τραμουντάνας ψυχομαχούσε παραλαλώντας, κι η γριά του μαλλοσερνότανε.
— Τι λέει, τι λέει; ξεφωνίζει άξαφνα η γριά.
Παίρνω κομμάτι χαρτί και μολυβοκόντυλο, τους λέγω να συχάσουν, κι αρχίζω και σημειώνω·
«… Μωρέ Γιάννη, πάμε να βρούμε φωλιές; ξεπετάκια κοτσύφια να πιάσουμε, στο κλουβί να τα βάλουμε; Τ’ άκουσες πώς κελαηδούνε στου Μπάρμπα Λεφτέρη; Εκεί, εκεί απάνω κατά τις σκάλες, μέσα στα κατάπηχτα τα κλωνιά. Τι; δεν μπορείς να σκαλώσεις μια τέτοια ελίτσα; και τι θα πεις α σου σκαρφαλώσω εγώ αυτό τον πλάτανο; Μια και δυο, και στην κορφή του με βρίσκεις... Αργήσαμε, καημένε, και θα λέει η μάνα, τι πάθαμε. Στάσου, βάλ’ το μες στο καλάθι, σκέπασ’ το καλά μην πετάξει… Ίσια σπίτι τώρα, ειδεμή την πάθαμε, θα πάει σκολειό να ρωτάει τι γενήκαμε … κι ο καινούριος ο δάσκαλος δε χωρατεύει. Εγώ το μαθαίνω και στο δρόμο το μάθημα. Φρρρ — κι απ’ όξω το ’μαθα… Για δες την τη μαριόλα στο παράθυρο πάλι! Αχ, θα με πεθάνει αυτή. Της το ’ταξε, μικρούλα μου, η μάνα μου της μάνας σου σα γεννήθηκες, μα και να μη σου το ’ταζε, πάλι θα σ’ έπαιρνα. Αγάπη μου, πότε θα ξενιτευτώ να κάμω σερμαγιά και να γυρίσω με τα χρυσά νυφικά σου; Φεύγεις εσύ τώρα! Έννοια σου, και θα σε πιάσω πάλι στο περιβόλι σαν ποτίζεις και θα σε λιώσω στο τσίμπημα!
» Τηγανίτες! Χρόνια και χρόνια να φάω το πρωί τηγανίτες! ακόμα δεν έφεξε κι αυτές αχνίζουν κιόλας στο τραπεζάκι. Πού ’ν’ τος ο Γιάννης; Αμ’ η Φροσύνη; Την ακαμάτα! κοιμάται ακόμα· πάμε να την ξυπνήσουμε. Πού ’ν' το σφουγγάρι; Θα τρομάξει, λες; Ναι, βλέπεις, φαρφουρί ήταν και θα ραγίσει! Την κατεργάρα! κοίταξε γόβες, λέει, που μου κέντησε! Θα πεις, έχουμε κι αυτηνής τα προικιά να συλλογιστούμε. Αχ, εσύ αγάπη μου! εσύ φως μου! Πέντε χρόνια είπαμε, βάλε κι άλλα πέντε για την αδερφή! Πέντε και πέντε, δέκα. Είμαι τώρα δεκαπέντε· και δέκα, είκοσι πέντε. Θα ’σαι και συ τότες είκοσι δυο. Μια χαρά. Να σου τώρα και μια τσιμπιά! Πού να το πιάσεις τέτοιο σαχίνι! Θα το πω της Φροσύνης να της την πατήσει την τσιμπιά.
»Στον τρύγο, στον τρύγο! Πάει ο ώμος μου, σήκωνε σήκωνε κόφες! Δόξα να ’χει ο Θεός που ’φαγα πάλι σταφύλι! Όχι σαν κι αυτά που πουλώ! Να, μωρέ παλιοεγγλέζοι, σταφύλι, να φάτε και να καταλάβετε γλύκα! Δες τες, δες τες! Κι οι δυο τους οι σουσουράδες πώς πατούνε σταφύλια στη γούρνα! Και δώσ’ του η μάνα ν’ ανακατεύει αλευριά! Σα να το ξέρει η καημένη πως δε θα μ’ έχει του χρόνου… Ταξίδι, ταξίδι… Για δες μαντιλάκια, κάλτσες, ως και βελόνια και κλωστή μου ’βαλε. Να κι ένα κυδώνι, θεοκίτρινο! Ανασταίνεσαι να το μυρίζεις μονάχα. Να κι οι γόβες! Όχι, όχι, να μην τα δω τώρα. Να τα βλέπω ύστερα και να τις θυμάμαι.
» Αχ, νύχτα που την πέρασα! μήτε στιγμή δεν έκλεισα μάτι, μα θαρρώ και μήτε άλλος κανένας. Για δες, ως και φαΐ μου ’τοιμάσανε για το δρόμο. Και τι να της πω της γριάς! Να τηνα! τ’ άρχισε κιόλας το κλάμα! Ας κάνω πως χαίρουμαι τώρα εγώ, να την παρηγορήσω. Έννοια σου, μάνα, και σε πέντε χρόνια θα μ’ έχεις. Θα παντρέψουμε τη Φροσύνη, άλλα πέντε χρόνια ξενιτιά, και τότες πια με στεφανώνεις και μένα… Μ’ έπνιξαν, μ’ έπνιξαν τα φιλιά της. Έχε γεια, μανούλα μου, έχετε γεια όλοι σας, Φροσύνη, Γιάννη, αγάπη μου, έχετε γεια… — Αχ, μωρέ, πικρός που είναι αυτός ο αναθεματισμένος ο χωρισμός! Ένα πράμα κομπώνει εδώ στο λαιμό μου, εδώ, εδώ…»
Και δεν μπόρεσε άλλα να πει.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Ο ΠΑΠΠΑ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ
Δημήτριος Βικέλας
Α'.
— Παππαδιά μου, είπεν ο παππά Νάρκισσος, αφού απέφαγε και έκαμε τον σταυρόν του, παππαδιά μου, μου καταιβαίνει ο ύπνος γλυκά γλυκά. Με την άδειάν σου θα τον πάρω.
— Να τον πάρης και να τον καλοπάρης, παππά μου. Σου αξίζει να ησυχάσης ύστερα από τόσην κούρασιν σήμερον. Και ούτε θα έλθη κανείς να σε ταράξη με αυτό το ηλιοπύρι.
Και ήρχισεν η παππαδιά να μεταφέρη από την τράπεζαν εις τον νεροχύτην τα ολίγα πινάκια και τα δύο μαχαιροπήρουνα, διά να τα καθαρίση προτού τα τοποθετήση εις την εξέχουσαν επί του τοίχου σανίδα, μεταξύ του νεροχύτου και της εστίας. Διότι το δωμάτιον εκείνο ήτο συγχρόνως και μαγειρείον και εστιατόριον και αίθουσα. Η τράπεζα επί της οποίας έφαγον το λιτόν γεύμα των, τέσσαρες ξύλιναι καθέκλαι και εις ψάθινος καναπές ήσαν τα μόνα έπιπλά του. Ο καναπές ήτο άντικρυ της εστίας. Άνωθεν αυτού εκρέματο επί του τοίχου, εντός μαύρου ξυλίνου πλαισίου (χωρίς όμως ύαλον), λιθογραφία, κιτρίνη εκ της πολυκαιρίας, παριστώσα την άφιξιν του βασιλέως Όθωνος εις Ναύπλιον. Απέναντι της εισόδου, εις μεν την προς τα δεξιά γωνίαν του τοίχου ήτο η θύρα του κοιτώνος, εις δε την προς τ’ αριστερά η θύρα του κήπου. Μεταξύ των δύο θυρών έκειτο κιβώτιον ογκώδες πρασίνου χρώματος, επ' αυτού δε τάπης μικρός διπλωμένος εις τέσσαρα. Τον τοίχον, άνωθεν του κιβωτίου, εστόλιζεν ετέρα λιθογραφία, άνευ πλαισίου αύτη, προσηλωμένη επί του τοίχου διά τεσσάρων μικρών καρφίων, και παριστώσα, όχι πολύ εντέχνως, την άποψιν του εν Τήνω ναού της Ευαγγελιστρίας· ενθύμημα τούτο, προδήλως, ευλαβούς του οικοδεσπότου αποδημίας εις το προσκυνητήριον εκείνο.
Κατάντικρυ του κιβωτίου ήτο η θύρα της οικίας, εκατέρωθεν δε αυτής δύο παράθυρα, των οποίων τα φύλλα ήσαν κλειστά. Η θύρα εχωρίζετο οριζοντίως εις δύο φύλλα, εκ των οποίων το μεν κάτω ήτο κλειστόν, το δε άνω ανοικτόν προς τον στενόν έξω δρομίσκον, και εισήρχετο δι' αυτού εντός του δωματίου το άφθονον φως του μεσημβρινού ηλίου.
Εν τούτοις ο παππά Νάρκισσος εγερθείς εισήλθεν εις τον κοιτώνα, έφερεν εκείθεν το προσκέφαλόν του, το έθεσεν επί του καναπέ, έκλεισε και το άνω φύλλον της θύρας διά να γείνη το δωμάτιον σκοτεινόν και δροσερόν, και εξηπλώθη εις τον καναπέν. Αλλά μετ' ολίγα λεπτά ηγέρθη πάλιν, επήρε τον επί του κιβωτίου τάπητα, τον εξεδίπλωσε, τον ήπλωσε μετά προσοχής επί του καναπέ και εστρώθη μετά μεγαλειτέρας ή πρότερον ευχαριστήσεως, ενώ η παππαδιά εξηκολούθει εν σιωπή την παρά τον νεροχύτην εργασίαν της.
Εδικαιούτο πράγματι ο παππά Νάρκισσος να θέλη ανάπαυσιν την μεσημβρίαν της Κυριακής εκείνης. Ήτο επί ποδός από τα εξημερώματα. Εν ελλείψει άλλου ιερέως, ή διακόνου, ή και αναγνώστου, αυτός ανέγνωσε κατά το σύνηθες τον όρθρον και ετέλεσε την λειτουργίαν εις την μόνην εκκλησίαν του μικρού χωρίου του. Μετά δε την απόλυσιν της εκκλησίας μετέβη πεζός εις απομεμακρυσμένον μέρος της νήσου, μετά του ειρηνοδίκου και μαρτύρων, προς εξακρίβωσιν των ορίων ενός εκεί αγρού του, του οποίου ο γείτων αντεποιείτο μίαν λωρίδα. Και επέστρεψε μεν ικανοποιηθείς, διότι ανεγνωρίσθη το δίκαιόν του επισήμως, αλλ' όμως ο δρόμος ήτο μακρός, ο δε καύσων υπερβολικός. Είχε παρέλθει η συνήθης του γεύματος ώρα ότε επανήλθεν εις την οικίαν του, όπου η παππαδιά επερίμενεν ανησυχούσα μη χαλάση το φαγητόν. Αλλ' ο πεινασμένος παππάς το εύρεν εξαίρετον και το ετίμησε κατά κόρον, προς άκραν της συζύγου του ευχαρίστησιν. Συνετέλεσε δε και τούτο ίσως προς αύξησιν του βάρους των βλεφάρων του.
Ο μεσημβρινός καύσων, ευαρέστως μετριαζόμενος από το σκότος του δωματίου, η άκρα σιωπή, διακοπτομένη από μόνην έξω των τεττίγων την μονότονον μουσικήν, εντός δε της οικίας από τας ελαφράς κινήσεις της παππαδιάς τοποθετούσης τα πινάκια εις την θέσιν των, — ο κάματος του χορτασθέντος παππά, — ο απαλός επί του καναπέ τάπης, τα πάντα προσεκάλουν τον ύπνον.
— Με ημίκλειστα τα βλέφαρα ο ιερεύς παρηκολούθει την εργασίαν της συζύγου του, η δε ξανθή του γενειάς μόλις υπέκρυπτε μειδίαμα αφάτου αγαλλιάσεως. Εσκέπτετο ότι εντός ολίγων μηνών θα προστεθή κοιτίς βρέφους εις τον κοιτώνα των. Χθες μόνον έμαθε το χαρμόσυνον μυστικόν. Η παππαδιά το εξεμυστηρεύθη την νύκτα, εις τα σκοτεινά, συστελλομένη να το είπη εις το φως της ημέρας.
Και ενώ εστήριζε τρυφερώς τα νυσταλέα βλέμματα εις την νεαράν του γυναίκα, διέβαινον ταυτοχρόνως ενώπιον της φαντασίας του σκηναί διάφοροι του παρελθόντος βίου, προσλαμβάνουσαι βαθμηδόν μορφήν ονείρου και συναρμολογούμεναι εν τη ταχεία αυτών και νεφελώδει διελίξει με την ευφρόσυνον συναίσθησιν της παρούσης ευτυχίας.
Β'.
Προ τριών μόνον μηνών απήλαυσεν ο παππά Νάρκισσος την διπλήν τιμήν του να γείνη ιερεύς και σύζυγος. Παιδιόθεν εφόρει το ράσον, ταχθείς εις την Εκκλησίαν προτού εισέτι γεννηθή. Εξ αμνημονεύτων χρόνων οι πρωτότοκοι της μητρικής οικογενείας του εγίνοντο ιερείς, προς εξυπηρέτησιν της ιδιοκτήτου μικράς εκκλησίας της Υπαπαντής, ήτις ήτο το στόλισμα, το καύχημα και το προσκυνητήριον της νήσου. Αλλ' ο προκάτοχος του Ναρκίσσου, και θείος του, ήτο κατ' εξαίρεσιν άτεκνος. Διά τούτο, ότε ενύμφευσε την νεωτέραν αυτού και μόνην αδελφήν, ετέθη όρος ρητός εις το προικοσύμφωνον, ότι ο πρώτος υιός της θα γείνη ιερεύς και κληρονόμος του.
Η χαρά της οικογενείας, ότε εγεννήθη άρρεν, υπερέβη την συνήθως εκδηλουμένην εις τοιαύτας περιστάσεις, προς αδικαιολόγητον υποτίμησιν της αξίας των θηλέων. Ο μικρός Νάρκισσος εθηλάσθη μετά σεβασμού, καθό μέλλων ιερεύς, παιγνίδια του ήσαν κομβολόγια και σταυροί, ότε δε ήρχισε να ομιλή, πρώτας λέξεις, μετά τα παγκόσμια παπά και μαμά, εδιδάχθη να ψελλίζη το Κύριε Ελέησον. Μόλις ηδύνατο να περιπατή στερεώς, ότε έλαβε το προνόμιον του να κρατή την λαμπάδα ενώπιον του θείου του ιερουργούντος. Ούτος εδίδαξεν εις τον μικρόν ανεψιόν του το αλφάβητον διά των ερυθρών ψηφίων του Ωρολογίου, βραδύτερον δε την ανάγνωσιν διά της Οκτωήχου. Αλλ' όμως ταύτα πάντα δεν περιέστελλον τας προς το παίζειν ορμάς του μικρού ιερωμένου, ουδέ τον απήλλασσον χειροτονίας άλλου είδους, ότε ήρχετο με το ράσον κατεσχισμένον από τας αναρριχήσεις εις βράχους, ή από διαπληκτισμούς υπέρ το δέον ζωηρούς μετά των συνηλικιωτών του.
Άμα εισελθών εις το δωδέκατον έτος της ηλικίας του ο μικρός ρασοφόρος εξενιτεύθη, διά να μη εξαμβλύνη η πολλή σχέσις το σέβας του ποιμνίου προς τον επίδοξον ποιμένα του. Εις Άνδρον ιδιώτευε γέρων θείος της μητρός του, όστις, χρηματίσας επίσκοπος Σαλμαθούντος, παρητήθη του ιερού αξιώματος, αφού απεθησαύρισε τα αρκούντα όπως ζήση εν ανέσει το λοιπόν του βίου. Προς τούτον απεστάλη ο Νάρκισσος. Ο Δεσπότης τον προσεδέχθη ευχαρίστως, παραχωρήσας εις αυτόν την θέσιν και τον τίτλον αναγνώστου. Προς δικαίωσιν δε του πρώτου τούτου βαθμού της ιερωσύνης, ο Νάρκισσος εξηκολούθησε τα μαθήματά του όχι μόνον εις το σχολείον της Άνδρου, αλλά και υπό τον πρωτοσύγκελλον του πρώην Σαλμαθούντος, όστις ιδίως τον προήλειφεν εις τα εκκλησιαστικά.
Εντός τοιαύτης προσφυούς ατμοσφαίρας προητοιμάζετο ο νέος διά το στάδιόν του. Μετά παρέλευσιν ετών τινων ο αναγνώστης επρόκειτο να προχειρισθή εις διάκονον, ότε ήλθεν εις Άνδρον η είδησις ότι απεβίωσεν ο θείος του, οι δε συμπολίται του τον προσεκάλουν προς παραλαβήν της ιεράς διαδοχής. Ήτο νέος εισέτι διά τα καθήκοντα ιερέως, αλλά δεν έπρεπε να περιπέση εις ξένας χείρας το οικογενειακόν προνόμιον. Ο πρώην Σαλμαθούντος, καίτοι φέρων βαρέως την στέρησιν του αναγνώστου και μέλλοντος διακόνου του, τον έστειλε με την ευχήν του εις την πατρίδα προς εύρεσιν νύμφης προ του τον χειροτονήση.
Τούτο ουδαμώς δυσηρέστει ούτε εδυσκόλευε τον Νάρκισσον, καθόσον η εκλογή ήτο εκ των προτέρων ωρισμένη. Εκ βρεφικής σχεδόν ηλικίας εθεώρει την Αρετούλαν ως μέλλουσαν γυναίκα του. Οι γονείς των δύο παιδίων επεκύρωσαν παιδιόθεν το συνοικέσιον, κατά το ήμισυ παίζοντες και κατά το ήμισυ σπουδάζοντες, αλλ' ο μικρός Νάρκισσος παρεδέχθη εξ αρχής το σπουδαίον μόνον μέρος της υποθέσεως, ότε δε ανεχώρησεν εις Άνδρον, αντήλλαξε μετά της μικράς συμπαικτρίας του υπόσχεσιν αμοιβαίας πίστεως.
Μετά οκτώ ετών απουσίαν εύρε την Αρετούλαν μεταβληθείσαν εις νέαν κομψήν και ωραίαν, αλλά και η ξανθή κεφαλή του Ναρκίσσου δεν ηλαττούτο ωραιότητος υπό τον μαύρον σκούφον του αναγνώστου. Ο συνοδεύσας τον γαμβρόν Δεσπότης ηυλόγησε τον γάμον, εχειροτόνησε τον νεανίαν διάκονον και πρεσβύτερον, και επέστρεψε πάλιν εις Άνδρον.
Γ'.
Προ τριών ήδη μηνών ο Νάρκισσος ήτο ιερεύς, τα πάντα δ' έβαινον κατ' ευχήν. Οι χωρικοί εφέροντο προς τον εφημέριόν των με σέβας ανώτερον του οφειλομένου εις την ηλικίαν του, η σύζυγός του προητοίμαζε τον διάδοχον, οι αγροί του προεμήνυον ευκαρπίαν, αι πρόσοδοι της εκκλησίας δεν ηλαττώθησαν. Τι άλλο ηδύνατο να επιθυμήση; Και όμως η ευτυχία του δεν ήτο εντελής. Την επεσκίαζε μία μεγάλη και διαρκής ανησυχία. Ο ιερεύς παραμυθεί τους ψυχορραγούντας και κηδεύει τους νεκρούς. Τους νεκρούς! Ιδού η σκέψις η οποία τον εβασάνιζε, το νέφος του οποίου η σκιά εμαύριζε τον φαιδρόν άλλως ορίζοντα του βίου του.
Ο τρόμος του θανάτου τον κατείχεν αφότου τον έφερον, μικρόν έτι, ν' ασπασθή τα κλειστά ψυχρά βλέφαρα του νεκρού πατρός του. Αληθώς παρευρέθη εις πολλάς κηδείας έκτοτε. Ζων πλησίον ιερέων πάντοτε, ανατραφείς ούτως ειπείν εντός της εκκλησίας, πώς ηδύνατο να μη παρακολουθή και να μη λαμβάνη και ούτος το μέρος του εις τας νεκρωσίμους τελετάς; Αλλ' όμως εύρισκε πάντοτε τον τρόπον να υπεκφεύγη την θέαν του θανάτου. Προσηλών τα όμματα εις την λαμπάδα ή εις το ψαλτήριον το οποίον εκράτει, κρυπτόμενος το κατά δύναμιν όπισθεν των υψηλοτέρων ομηλίκων του, ποτέ δεν ανύψωσε το βλέμμα προς το άπνουν του νεκροκραββάτου φορτίον, ποτέ δεν υπήκουσεν εις την σπαραξικάρδιον προς τους επιζώντας πρόσκλησιν του να δώσουν τον τελευταίον ασπασμόν εις την σάρκα, εξ ης απεχωρίσθη η ψυχή.
Αλλ' όμως πώς ηδύνατο, γενόμενος ιερεύς, να αποφύγη εφεξής της αποσυνθέσεως την επαφήν; Ησθάνετο ότι δεν ήτο δυνατόν να εξοικειωθή προς το απαίσιον θέαμα. Εξωμολόγησεν εις τον Δεσπότην τους φόβους του, εξεμυστηρεύθη τους ενδοιασμούς του, απεκάλυψε την αδυναμίαν του, αλλ' ο γέρων τον ενουθέτησε, τον επέπληξε, τον ενεθάρρυνε, τον εβεβαίωσεν ότι θα συνηθίση και αυτός καθώς τόσοι άλλοι εις την φρίκην του θανάτου, ανύψωσε το φρόνημά του υποδεικνύων το μεγαλείον της αποστολής του ιερέως παρά την κοίτην του αποθνήσκοντος και τον λάκκον του τεθνεώτος. Ο Νάρκισσος επείσθη. Επείσθη, αλλ' ο φόβος δεν εξέλιπεν. Επί τρεις ήδη μήνας, οψέποτε ήρχετό τις προς επίσκεψίν του, έτρεμε μη έρχεται φέρων αγγελίαν θανάτου. Μέχρι τούδε διέφυγε την τρομεράν δοκιμασίαν, αλλ' εσκέπτετο ότι δεν ήτο δυνατόν να παραταθή επί πολύ η μη εμφάνισις του θανάτου εις την νήσον του. Και τώρα, ενώ κατέβαινε γλυκύς ο ύπνος εις τα βλέφαρά του, μεταξύ των ευαρέστων εικόνων όσαι επλανώντο ως σκιαί ονείρων ενώπιόν του, ανεμιγνύοντο και σκηναί οδυνηραί επιθανάτου εξομολογήσεως.
Αλλά βαθμηδόν αι εικόνες αύται εθολώθησαν πάσαι και απεσβέσθησαν, τα ημίκλειστα βλέφαρά του εκλείσθησαν εντελώς, η χειρ έπεσε βαρεία επί του τάπητος, η παρειά εβυθίσθη εις το προσκέφαλον, και εντός του σκιερού και ησύχου δωματίου αντήχησεν ισχυρά και ισόχρονος η υγιής αναπνοή του αποκοιμηθέντος ιερέως.
Η παππαδιά εντούτοις απετελείωσε την εργασίαν της και, βαίνουσα ακροποδητί διά να μη ταράξη τον άνδρα της, μετέβη εις τον κοιτώνα και μετ' ολίγον επανήλθε φέρουσα μικρόν δέμα. Εκάθισεν εις το παρά την σβεστήν εστίαν σκαμνίον, ήνοιξε το δέμα και ήπλωσεν επί των γονάτων της το έν μετά το άλλο τα περιεχόμενα.
Ήσαν βρεφικά ενδύματα, δανεισθέντα ως δείγμα διά τα εργόχειρα, εις τα οποία εσκόπευε ν' αφοσιωθή εφεξής. Και τα έβλεπεν η παππαδιά μετά πόθου, και τα παρετήρει μετά βραδύτητος εις την οποίαν υπεκρύπτετο άλλο αίσθημα ή η περί την επεξεργασίαν των προσοχή. Και διακόπτουσα την εξέτασιν των ενδυμάτων, έστρεφεν εν τω μεταξύ το βλέμμα και έβλεπε ρεμβάζουσα τον ησύχως κοιμώμενον σύζυγόν της.
Δ'.
Ήχος βημάτων βαρέων προχωρούντων προς την οικίαν διέκοψεν αίφνης την έξω ησυχίαν. Τα βήματα διεκόπησαν προ της θύρας, και το άνω φύλλον αυτής, υπείκον εις πίεσιν χειρός ωθούσης έξωθεν, έτριξεν ελαφρώς και ηνοίχθη κατά το ήμισυ. Το φως εισήλθεν άφθονον εντός του δωματίου, η αναπνοή του ιερέως μετέβαλε ρυθμόν, αλλ' όμως δεν έπαυσεν αντηχούσα, η δε παππαδιά στρέψασα την κεφαλήν προς το ανοιχθέν θυρόφυλλον, έθεσε τον δάκτυλον εις τα χείλη διά να επιβάλη σιωπήν εις τον ανοίξαντα.
Εντός του φωτερού τετραγώνου, του σχηματισθέντος διά του ανοίγματος του άνω μέρους της θύρας, προέκυπτε το στήθος και η κεφαλή γέροντος χωρικού. Το παλαιόν φέσι του περιέδεε μανδήλιον βαμβακερόν, του οποίου αι λευκαί άκραι εκρέμαντο όπισθεν προς προφύλαξιν του ρυτιδωμένου αυχένος του. Υπό το φέσι έλαμπον οι ζωηροί οφθαλμοί του σκιαζόμενοι από δασείας πολιάς οφρύς. Ο ιδρώς έσταζεν από τους κροτάφους του. Διά της δεξιάς χειρός εκράτει ράβδον στηριζομένην επί του ώμου του, από δε την άκραν της ράβδου εκρέματο επί των νώτων του καλάθιον σκεπασμένον με φύλλα λαχάνων.
Η παππαδιά εγερθείσα επλησίασεν αψοφητί προς την θύραν.
— Καλή 'μέρα, Γεροθανάση, εψιθύρισεν. Ο παππάς κοιμάται.
— Το βλέπω, παππαδιά μου, απεκρίθη ο γέρων, προσπαθών ανεπιτυχώς να καταβιβάση εις ψιθυρισμόν και ούτος τον ήχον της βραγχώδους φωνής του. Το βλέπω, αλλά είναι ανάγκη να 'ξυπνήση.
— Τι τρέχει; Τι τον θέλεις;
— Δεν τον θέλω εγώ, δόξα σοι ο Θεός! Ο λεπρός τον θέλει.
— Κύριε ελέησον! Ο λεπρός! επανέλαβεν η παππαδιά.
Και ανελογίσθη διά μιας τους φόβους του συζύγου της, — την φρίκην του ν' αρχίση από τον λεπρόν την εξάσκησιν των δυσχερών καθηκόντων του, — και την απόστασιν έως εις το άλλο άκρον της νήσου, όπου ο δυστυχής εκείνος διήρχετο τον έρημον βίον, — και τον πολύν καύσωνα της θερινής εκείνης ημέρας.
— Ετελείωσαν, μου φαίνεται, τα ψωμιά του, υπέλαβεν ο χωρικός.
— Κύριε ελέησον, επανέλαβεν η παππαδιά, μη ευρίσκουσα άλλας λέξεις προς έκφρασιν της αδημονίας της, και στρέφουσα τα ανήσυχα βλέμματα προς τον καναπέν.
Ο ιερεύς ήκουσε τα πάντα, αλλά τα ήκουσεν ως εις όνειρον. Το άνοιγμα της θύρας διέκοψε τον ύπνον του, αλλ' αι αισθήσεις του έμενον εισέτι εις νάρκωσιν, αι δε ιδέαι συνωθούντο συγκεχυμέναι και άνευ σειράς εντός της κεφαλής του. Είδε διά των κλειστών βλεφάρων το χυθέν εντός του δωματίου φως, ήκουσε την γυναίκα του προσαγορεύουσαν τον Γεροθανάσην, ήκουσεν ότι ο λεπρός τον θέλει... Αλλ' η τελευταία του γέροντος φράσις και το δεύτερον της συζύγου του «Κύριε ελέησον» τον αφύπνισαν εντελώς.
Ανέκυψε την κεφαλήν, κατεβίβασε τους πόδας, και καθήμενος επί του καναπέ, με τας δύο χείρας στηριζομένας επί του τάπητος, με τα βλέμματα προσηλωμένα προς την θύραν και τα χείλη ημιανοικτά, έμενεν ακίνητος και σιωπηλός. Εσκέπτετο άραγε; Όχι, δεν εσκέπτετο, αλλ' εφαντάζετο ότι βλέπει ενώπιόν του την ελεεινήν καλύβην επί των βράχων, υπεράνω της θαλάσσης, όπου προ ετών πολλών, ωθούμενος υπό παιδικής περιεργείας, επλησίασε διά να ίδη τι έστι λεπρός. Εφαντάζετο ότι βλέπει τον δυστυχή της καλύβης κάτοικον, καθώς τον είδε τότε καθήμενον κατά γης εις την σκιάν μιας κέδρου, καθαρίζοντα χόρτα άγρια εντός της πηλίνης χύτρας του και στρέφοντα μετ' απορίας την κεφαλήν προς τον μικρόν ρασοφόρον. Ανεπόλει πως, ότε είδε την αποτρόπαιον εκείνην μορφήν, ρίγος φρίκης τον κατέλαβε και έφυγε δρομαίος προς τους συντρόφους του, οίτινες ατολμότεροι τον επερίμενον μακράν της καλύβης...
— Να με συμπαθήσης, παππά μου, είπεν ο Γεροθανάσης. Σ' εξύπνησα. Αλλά ψυχομαχεί ο λεπρός και σε θέλει, και είναι πολύς ο δρόμος έως εκεί. Ίσως δεν τον προφθάσης.
Ο παππά Νάρκισσος ηγέρθη.
— Παππαδιά, είπεν, η δε φωνή του έτρεμεν ολίγον. Το καλυμμαύχι και το ράσον μου.
Υπήκουσεν εκείνη σιωπώσα και έφερεν εκ του κοιτώνος τα ζητηθέντα.
— Δεν θα κάμης πεζός τόσον δρόμον, παππά μου, υπέλαβε θωπευτικώς.
— Όχι, όχι, είπεν ο Γεροθανάσης. Πηγαίνω να εύρω κτήμα, κι έρχομαι αμέσως να τον πάρω.
— Θα έλθης μαζή μου; ηρώτησεν ο ιερεύς.
— Και βέβαια!
Ο γέρων ανεχώρησεν εσπευσμένως προς εύρεσιν κτήματος, ως ονομάζουν ευφήμως τα κτήνη των οι νησιώται.
— Ιδέ, έλεγεν ο ιερεύς προς την σύζυγόν του, ενώ ένιπτε τας χείρας και το πρόσωπον εις τον νεροχύτην. Ιδέ, ο Γεροθανάσης είδε τον λεπρόν και τον εβοήθησεν, έρχεται πεζός απ' εκεί, και είναι πρόθυμος να κάμη πάλιν τον δρόμον μαζή μου. Διατί; Χάριν φιλανθρωπίας. Κι εγώ συλλογίζομαι την φρίκην του να παρασταθώ εις το ψυχομαχητόν ενός χριστιανού; Θα διστάσω ενώ πρόκειται περί εκτελέσεως του καθήκοντός μου;
Η παππαδιά τον ήκουε προσπαθούντα διά των λόγων τούτων να ανυψώση το θάρρος του, αλλά δεν ετόλμα να προσθέση τι και αύτη προς ενίσχυσίν του. Επρόσφερεν εν σιωπή το προσόψιον εις τον άνδρα της, εκείνος δε εσπογγίσθη, εφόρεσε το ράσον, έθεσεν επί κεφαλής το καλυμμαύχιον, εφίλησε την σύζυγόν του εις το μέτωπον και εξήλθε κρατών εις χείρας τα κλειδία της Εκκλησίας.
Η οικία του ιερέως έκειτο, τελευταία και απομονωμένη, εις τους πρόποδας της αποτόμου κορυφής, της οποίας τα πλευρά κατείχον αι λοιπαί οικοδομαί του χωρίου, υπερκείμεναι αλλήλων. Εις το μέσον περίπου αυτών ήτο η μικρά εκκλησία της Υπαπαντής, κτίριον παλαιόν Βυζαντινού ρυθμού, με τρούλον πυργοειδή υψούμενον υπεράνω των πέριξ ταπεινών οικιών. Από την οικίαν του ιερέως μέχρι της εκκλησίας η στενή λιθόστρωτος οδός ανέβαινεν ελικοειδώς, ο δε ήλιος, ακτινοβολών κατά κάθετον, αποκαθίστα κατά την ώραν εκείνην την ανάβασιν κοπιωδεστέραν του συνήθους.
Τα παράθυρα των εκατέρωθεν οικίσκων ήσαν κλειστά, πού και πού όμως το άνω φύλλον της θύρας ήτο ανοικτόν, ο δε οικοδεσπότης, ή και η σύζυγός του, στηρίζοντες τους βραχίονας επί του κλειστού κάτω φύλλου εφαίνοντο περιμένοντες την διάβασιν του ιερέως. Ο Γεροθανάσης διαβαίνων διέδωκε την είδησιν ότι ο λεπρός αποθνήσκει. Και εχαιρέτα ο ιερεύς τους χωρικούς. «— Καλή 'μέρα, Κυρ Γιάννη. — Ώρα καλή, κυρά Θάναινα. — Η ευχή σου, παππά μου.»
Προφανώς είχον πάντες διάθεσιν δι' εκτενεστέραν συνδιάλεξιν, αλλ' ο παππάς εβιάζετο. Ανήλθεν ιδρωμένος εις την εκκλησίαν, ήνοιξε την θύραν, εισήλθεν εντός του δροσερού ναού, έλαβεν ευλαβώς εκ του αναιμάκτου θυσιαστηρίου το ιερόν της θείας μεταλήψεως σκεύος και το ευχολόγιόν του, τα ετύλιξεν εντός του περιτραχηλίου του, περιέδεσε το περιτραχήλιον εντός μαύρης λινής οθόνης και εξήλθεν.
Έκλειε μόλις την θύραν της Εκκλησίας, ότε ήκουσε την φωνήν του Γεροθανάση παροτρύνοντος το κτήμα. Το ζώο δεν εφαίνετο πρόθυμον εις εκδρομήν εντός του καύσωνος. Ο ιερεύς προέβη εις προϋπάντησίν του, το εθώπευσεν, ανέβη εις την ράχιν του, αφού εναπέθεσεν ασφαλώς το δέμα εντός του κόλπου του, και ήρχισεν η πορεία. Ο γέρων χωρικός παρηκολούθει πεζός.
Πλειότεραι θύραι ήσαν ήδη ανοικταί, οι δε ευσεβείς χωρικοί, γνωρίζοντες τι έφερεν εντός του κόλπου ο ιερεύς, εσταυροκοπούντο, ενώ διήρχετο. Εις την θύραν της οικίας του επερίμενεν η παππαδιά, σκιάζουσα διά της χειρός τους οφθαλμούς της. Μειδίαμα ευφρόσυνον επέλαμψεν εις το πρόσωπον του ιερέως. Εκράτησε το ζώον προ της θύρας και ηθέλησε ν' αποτείνη τον λόγον προς την σύζυγόν του, αλλά δεν ανήρχοντο αι λέξεις εις τα χείλη του. Ούτε εκείνη επρόφερε λέξιν, ενώ τον ητένιζε τρυφερώς προσπαθούσα να μειδιάση. Ο παππά Νάρκισσος εκίνησε την κεφαλήν προς αποχαιρετισμόν, εκτύπησε τον λαιμόν του όνου διά του σχοινιού, το οποίον εχρησίμευεν αντί χαλινού, και επροχώρησε μετά του γέροντος. Το βεβιασμένον μειδίαμα της παππαδιάς εσβέσθη, άμα είδε την συνοδίαν απομακρυνομένην, και διά του αντίχειρος απέμαξεν εν δάκρυ εκ των βλεφαρίδων της.
Ε'.
Ο δρόμος εξηκολούθει καταβαίνων ανά μέσον των εις τους πρόποδας του χωρίου αγρών και αμπελώνων, έπειτα ανέβαινε πάλιν, διασχίζων πυκνόν ελαιώνα, μέχρι της κορυφής του απέναντι λόφου, όπου τρεις ανεμόμυλοι επερίμενον πνοήν αέρος να κινήση τους ήδη αργούς ιστιοφόρους τροχούς των. Εκείθεν ηπλούτο ευρύ οροπέδιον κατωφερές, απολήγον εις βράχους αποκρήμνους προς το μεσημβρινόν μέρος της νήσου. Η οδός ήτο τραχεία και απεριποίητος, αλλά και ο Γεροθανάσης και το κτήμα του εφαίνοντο συνηθισμένοι εις τας πέτρας, αίτινες επηύξανον το δύσβατον του εδάφους. Τοίχοι χαμηλοί, ξηροτρόχαλοι, άνευ πηλού ή ασβέστου, εχώριζον εκατέρωθεν τους αμπελώνας. Καθ' όσον δε η οδός απεμακρύνετο, διεδέχοντο τους αμπελώνας αγροί θερισθέντες ήδη. Πέρα της καλλιεργημένης εκτάσεως, αριστερόθεν μεν το οροπέδιον ανυψούμενον εσχημάτιζε σειράν λόφων θαμνοσκεπών, δεξιόθεν δε έκλινε βαθμιαίως προς την παραλίαν, και η κυανή του Αιγαίου θάλασσα εξηπλούτο εκείθεν απέραντος, ποικιλλομένη από τα απέχοντα βουνά των άλλων νήσων.
Ήτο αληθώς ωραίον το θέαμα, αλλ' ο ιερεύς δεν το έβλεπεν. Ο νους του ήτο αλλαχού προσηλωμένος. Οι φόβοι τους οποίους η συναίσθησις του καθήκοντος και το παράδειγμα του Γεροθανάση είχον κατ' αρχάς περιστείλει, επανήρχοντο και πάλιν εντός της ψυχής του. Αι προ της αναχωρήσεως προετοιμασίαι, η παρουσία των χωρικών εις τας θύρας των οικιών των, η θέα της συζύγου του, είχον οπωσδήποτε αναστηλώσει την κλονιζομένην καρδίαν του. Αλλά τώρα εις την ερημίαν της εξοχής, εν τω μέσω της σιωπής, την οποίαν εφαίνετο επιτείνων ο διπλούς κρότος των πετάλων του ζώου και των βημάτων του γέροντος χωρικού, ενώ ο ήλιος έκαιε τους ώμους του, εικόνες απαίσιοι εξετυλίσσοντο και πάλιν ενώπιον των αφηρημένων οφθαλμών του. Επροσπάθει διά της σκέψεως να υπερνικήση την φαντασίαν του, αλλ' η σκέψις δεν ίσχυεν. Εφοβείτο, εφοβείτο ο δυστυχής!
Δεν είχεν εισέτι ομιλήσει, αλλ' ουδ' ο συνοδοιπόρος του διέκοψε την σιωπήν. Ότε περιπατεί τις υπό τον ήλιον, επί εδάφους δυσκόλου, ακολουθών μάλιστα το βάδισμα ζώου ευρώστου, δεν θεωρεί συνήθως την περίστασιν αρμοδίαν προς συνομιλίαν, και αν έτι δεν έχη την ηλικίαν του Γεροθανάση. Επί τέλους ο ιερεύς ανέκυψεν εκ των ζοφερών ρεμβασμών του. Ήκουσε τον γέροντα όπισθέν του ασθμαίνοντα και, σύρας προς το στήθος του το σχοινίον, εκράτησε τον όνον. Ο χωρικός έσπευσε το βήμα και ήλθε πλησίον του.
— Τι έπαθες, παππά μου; Τι στέκεις;
— θα καταίβω ν' αναίβης συ, και όταν κουρασθώ, αλλάζομεν.
— Καλέ, τι λόγος! Να καθίσω εγώ και να περιπατής εσύ!
— Είσαι κουρασμένος, γέρο μου.
— Εγώ κουρασμένος! Βαστούν ακόμη τα κόκκαλά μου κι έννοια σου! Πού ηκούσθη να περιπατή ο παππάς με τα άγια και να πηγαίνη εμπρός ο αγωγιάτης με το κτήμα! Εμπρός!
Το πράγμα δεν επεδέχετο περαιτέρω συζήτησιν. Ο όνος υπείκων και εις την ηθικήν πίεσιν της φωνής του γέροντος και εις την διά του γρόνθου του επικύρωσιν του εκφωνηθέντος Εμπρός, επανέλαβε ζωηρώς την πορείαν. Αλλ' ο ιερεύς εχαλίνωσε την ορμήν του διά ν' ακολουθή μετά πλειοτέρας ανέσεως ο πεζός γέρων και διά να επαναλάβη την μετ' αυτού συνομιλίαν.
— Θα τον προφθάσωμεν ζωντανόν; Τι λέγεις;
— Τι να σου 'πώ; Ο άνθρωπος είνε εις τα έσχατά του.
— Πώς τον άφησες; Πώς ήτο;
— Πώς να είναι; Ωσάν άνθρωπος όπου ψυχομαχεί.
Τούτο ήθελε να μάθη; Πώς είναι ο άνθρωπος ότε ψυχομαχεί, αλλ' η απόκρισις του χωρικού δεν τον εφώτισεν. Επεθύμει ν' ακούση περιγραφόμενον το θέαμα, το οποίον απετροπιάζετο προτού το ίδη. Ήλπιζεν ότι η εκ των προτέρων περιγραφή ήθελεν εξοικειώσει αυτόν προς ό,τι παιδιόθεν εφαντάζετο μετά φρίκης. Και επάλαιεν εντός της ψυχής του το ταπεινόν αίσθημα του φόβου προς το ευγενές αίσθημα του καθήκοντος. Η αδιαφορία με την οποίαν ο γέρων ωμίλει περί της αγωνίας του θανάτου, η προθυμία του να επανέλθη προς τον ψυχορραγούντα λεπρόν, επηύξανον την ενδόμυχον του ιερέως εντροπήν διά την ατολμίαν του.
— Διατί ήλθες μαζή μου, ηρώτησε μετά τινα σιωπήν. Διά να με συντροφεύσης;
— Και διά τούτο. Αλλ' όχι τόσον διά τούτο, όσον διά να τον παρασταθώ εις τα τέλη του. Εσύ, παππά μου, να τον μεταλάβης και έπειτα να φύγης. Εγώ θα μείνω. Όλην του την ζωήν την επέρασεν έρημος και μόνος, ας έχη ένα χριστιανόν εις το πλευρόν του, ενώ αποθνήσκει, ο κακόμοιρος!
— Είσαι αλήθεια καλός χριστιανός, Γεροθανάση. Ο Θεός να σ' ευλογήση! Αλλά το χρέος τούτο είναι ιδικόν μου, και θα το εκτελέσω εγώ. Εγώ θα του κλείσω τα βλέφαρα.
Και ησθάνθη τον λάρυγγά του στενούμενον υπό συγκινήσεως.
Εξηκολούθησαν εν σιωπή την οδοιπορίαν. Η οδός δεν εφράσσετο πλέον εκατέρωθεν υπό τοίχων, αλλά διέσχιζε θάμνους σχοίνων και κομάρων καταβαίνουσα προς τα απόκρημνα της νήσου παράλια. Εντός ολίγου έκαμψε προς τ’ αριστερά, παρά τας υπωρείας γυμνού λοφίσκου, και είδε μακρόθεν ο ιερεύς μίαν κέδρον εκεί μονήρη, υπό δε την σκιάν της τους τοίχους της καλύβης του λεπρού.
Προ δεκαπέντε ετών υπό τους κλώνας της κέδρου εκείνης είδεν ο Νάρκισσος τον δυστυχή ερημίτην, όστις προ πολλών και τότε ετών κατώκει εκεί. Εις την εσχατιάν εκείνην της νήσου, μόνος, έρημος, μακράν πάσης κοινωνίας ανθρώπων, διήλθε τον βίον φέρων το βάρος προγονικής συμφοράς, ανεύθυνος αυτός, ζων άνευ ελπίδος, άνευ παρηγορίας, άνευ σκοπού. Ορφανός, άκληρος, άπορος, κατελήφθη νεώτατος έτι υπό της βδελυράς νόσου. Οι ομόχωροί του τον ηνάγκασαν να υποβληθή εις απομόνωσιν, αναλαβόντες την υποχρέωσιν της συντηρήσεώς του. Δεν ήτο βεβαίως υπέρογκον το βάρος διά την κοινότητα της νήσου. Ο Γεροθανάσης, του οποίου οι ολίγοι αγροί έκειντο πέρα της καλύβης του λεπρού, ανεδέχθη την μεταφοράν της εβδομαδιαίας προμηθείας άρτου. Αλλά δεν περιωρίσθη εις τούτο η αγαθότης του φιλανθρώπου χωρικού. Εβοήθει τον άθλιον ερημίτην εις την καλλιέργειαν του μικρού κήπου του, επισκευάζων τα εργαλεία του, προμηθεύων σπόρους, δίδων συμβουλάς. Έμενε συνομιλών με τον ασθενή, εξοικειωθείς εκ της μακράς συνηθείας προς το απεχθές νόσημά του. Και τον επερίμενεν ο λεπρός, μετρών τας ημέρας και τας ώρας μέχρι της προσεχούς επισκέψεως. Ο Γεροθανάσης ήτο ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ αυτού και του λοιπού κόσμου. Ουδείς άλλος τον επλησίαζεν. Εάν χωρικός τις διέβαινεν εκείθεν, τον προσηγόρευεν ενίοτε μακρόθεν, εναπέθετεν ίσως επί βράχου απέχοντος την ελεημοσύνην του, αλλ' ουδείς ετόλμα να τον ίδη και να τον ομιλήση εκ του πλησίον.
Ο περί την καλύβην κήπος του λεπρού περιεκλείετο διά φραγής εκ σπάρτων και κομάρων και ροδοδαφνών. Απέναντι της θαλάσσης η φραγή διεκόπτετο, δύο δε λίθοι ογκώδεις, εν είδει παραστάδων, εσχημάτιζον την είσοδον, αλλά θύρα μεταξύ των λίθων δεν υπήρχεν.
Ποσάκις επί των λίθων εκείνων καθήμενος, απέναντι της απεράντου εκτάσεως του πελάγους, έβλεπε τα κύματα πλήττοντα τους βράχους αγρίως, ή θωπεύοντα ησύχως την παραλίαν υπό τους πόδας του! Ποσάκις, βλέπων εκείθεν τας λευκάς πτέρυγας των απεχόντων πλοίων, εζήλευε τους ναύτας, οι οποίοι, εύρωστοι και ρωμαλέοι, επάλαιον κατά των στοιχείων, περιφερόμενοι από τόπου εις τόπον και ποθούντες την παραλίαν της πατρίδος, όπου όντα προσφιλή τους επερίμενον, ενώ αυτός, δέσμιος επί του βράχου του, έρημος και ελεεινός, επερίμενε τον θάνατον!
ΣΤ'.
Εκεί, έμπροσθεν των δύο λίθων, επέζευσεν ο παππά Νάρκισσος. Ο Γεροθανάσης έδεσε διά του σχοινίου τους δύο εμπροσθίους πόδας του όνου, προς περιορισμόν της ελευθερίας του, και εισήλθεν εις τον μικρόν καλλιεργημένον περίβολον, προχωρών προς την καλύβην. Ο ιερεύς τον παρηκολούθει. Μετ' ολίγα βήματα ο χωρικός εστράφη.
— Κάθισε ολίγον έξω εκεί εις την πέτραν, παππά μου, να ιδώ πρώτα τι γίνεται μέσα ο άμοιρος αυτός.
Ο ιερεύς υπήκουσε σιωπών. Έλαβε το δέμα εκ του κόλπου του, το έλυσε με τας χείρας τρεμούσας ολίγον, έθεσε το περιτραχήλιον με τα εν αυτώ επί της πέτρας, απέθεσεν εκεί και το καλυμμαύχιον του, και με γυμνήν την κεφαλήν, τας χείρας σταυρωμένας επί του στήθους, επερίμενεν όρθιος τον γέροντα. Ήτο κάτωχρος. Μία ακούσιος ευχή, μία αμαρτωλή επιθυμία εισέδυσεν αίφνης εις την ψυχήν του. — Ω! Εάν ο γέρων επανερχόμενος έλεγε: Τετέλεσται! — Αλλ' απεδίωξε μετά ρίγους τον πονηρόν στοχασμόν, επεκαλέσθη την εξ ύψους βοήθειαν, έκαμε τον σταυρόν του, και λαβών εκ του διπλωμένου περιτραχηλίου το ευχολόγιον ήρχισε ν' αναγινώσκη τας ωραίας προσευχάς της νεκρωσίμου ακολουθίας. Ανεγίνωσκε, και όμως ο νους του ήτο εις την καλύβην. — Διατί αργεί ο Γεροθανάσης; — Ηθέλησε να πλησιάση προς την θύραν της καλύβης, αλλ' εις το μέσον του περιβόλου εστάθη διστάζων. Ηθέλησε να ερωτήση εκείθεν τον γέροντα, αλλά δεν ετόλμησε να υψώση την φωνήν.
Επί τέλους ο γέρων εξήλθε της καλύβης. Ο ιερεύς τον ητένισε με βλέμμα ερωτηματικόν.
— Ήτον εις βύθος. Τον εξύπνησα με κόπον. Μόλις ακούεται η φωνή του. Έλαμψαν τα σβυσμένα του 'μάτια, όταν ήκουσε ότι είσαι εδώ. Έλα, παππά, έλα να τον μεταλάβης.
Ο ιερεύς επέστρεψε προς την είσοδον, περιεβλήθη το περιτραχήλιον, έλαβεν ευλαβώς εις χείρας τα άγια και επορεύθη προς την καλύβην. Η ωχρότης του μόνη εμαρτύρει την ταραχήν του. Το βήμα του ήτο στερεόν, αι χείρες του δεν έτρεμον καθώς πριν, δεν εδίσταζε πλέον. Ενίκησε τους τελευταίους ενδοιασμούς της δειλίας η συναίσθησις της ιεράς αποστολής του.
Ότε έφθασεν εις την θύραν, ο γέρων, όστις τον ηκολούθει παρά πόδας, έθιξεν ελαφρώς το ράσον του. Ο ιερεύς, με τον ένα πόδα επί του κατωφλίου, εστάθη και έστρεψε την κεφαλήν. Η ξανθή του κόμη εκυμάτιζε λυτή επί του αυχένος του.
— Παππά μου, μη εγγίσης το μανδήλι εις το πρόσωπόν του. Εκείνος μου παρήγγειλε να τον σκεπάσω διά να μη τον ιδής.
— Καλά, είπεν ο ιερεύς σοβαρώς. Μη έλθης μέσα, εάν δεν σε κράξω.
Και εισήλθεν εντός της καλύβης.
Ο Γεροθανάσης εκάθισεν επί της πέτρας παρά την είσοδον και επερίμενεν. Έμεινεν επί ώραν πολλήν καθήμενος εκεί. Ηπόρει πώς ο ιερεύς ούτε φαίνεται ούτε ακούεται. Είχε την περιέργειαν να υπάγη προς την καλύβην, αλλά δεν ετόλμα να παρακούση την διαταγήν. Επερίμενε λοιπόν, βλέπων την κυανήν θάλασσαν ρυτιδουμένην υπό του ανέμου, όστις εγειρόμενος ήρχιζε να δροσίζη την ατμοσφαίραν. Οι πέριξ θάμνοι ανέδιδον ευωδίαν ζωογόνον, αι σιταρήθραι πετώσαι ορμητικώς προς τα ύψη επλήρουν τον αέρα με το κελάδημά των, η φύσις εφαίνετο φαιδρά όλη και ευτυχής, ενώ ο λεπρός απέθνησκεν εντός της καλύβης του.
Αίφνης ο γέρων χωρικός ήκουσε βηματισμόν πλησίον του ελαφρόν. Εστράφη απορών και είδεν ερχομένην προς την καλύβην την γυναίκα του ιερέως. Ηγέρθη αμέσως και προέβη εις προϋπάντησίν της.
— Τι σου ήλθε να κάμης τόσον δρόμον πεζή, παππαδιά;
— Ενόμιζα ότι θα σας απαντήσω εις τα μισά του δρόμου και ολίγ' ολίγον ήλθα έως εδώ. Πού είνε ο παππάς;
— Μέσα, με τον λεπρόν.
— Ζη ή απέθανε;
— Ό,τι και αν σου 'πώ, σε γελώ.
— Δεν πηγαίνεις να ιδής;
— Μου το έχει εμποδισμένον ο παππάς.
Η παππαδιά εσιώπησεν επ' ολίγον και έπειτα επανέλαβε μετά τινος ανησυχίας:
— Θα νυκτωθήτε εδώ.
— Δεν πειράζει. Έχει φεγγάρι. Μόνον εσύ, τι ήθελες να έλθης;
— Έφερα το ράσον.
Και έδειξε κρεμάμενον επί του βραχίονός της, επιμελώς διπλωμένον, το καλόν ράσον του παππά Ναρκίσσου.
— Τι το έφερες; Μη είναι κρύον να τα φορέση επανωτά;
— Ίσως χρειασθή, είπεν η παππαδιά.
Και λέγοντες ταύτα έφθασαν εις την είσοδον του περιβόλου.
— Κάθισ' εδώ παππαδιά, εις την πέτραν. θα είσαι κουρασμένη.
— Όχι, δεν εκουράσθηκα. Να 'πάγω μέσα, Γεροθανάση;
— Να μη θυμώση ο παππάς!
Η παππαδιά εκάθισεν επί της πέτρας. Ανά πάσαν στιγμήν έστρεφε την κεφαλήν προς την καλύβην. Η ανησυχία εζωγραφίζετο εις το πρόσωπόν της. Ο γέρων την ελυπήθη, ή συνεμερίζετο ίσως και αυτός την ανυπομονησίαν της.
— Μη χολοσκάνης, είπε. Πηγαίνω σιγά σιγά να ιδώ.
Επροχώρησε βραδέως προς την καλύβην τείνων τα ώτα ανά παν βήμα. Δεν ήκουε τίποτε. Ότε έφθασεν εις την θύραν, εστάθη. Ο ιερεύς έλεγέ τι ταπεινή τη φωνή. Μόλις ηδύνατο ν' ακούση ο γέρων. Έκυψε την κεφαλήν εντός της καλύβης. Του λεπρού η κεφαλή δεν εφαίνετο. Την απέκρυπτον τα νώτα του ιερέως, όστις γονατιστός επί του εδάφους κλίνων τον αυχένα προς τον λεπρόν, προσηύχετο. Η λευκή οθόνη, διά της οποίας ο Γεροθανάσης είχε καλύψει το πρόσωπον του ασθενούς, έκειτο εκεί ερριμμένη παρά τους πόδας του.
Ο χωρικός απεσύρθη ησύχως και επέστρεψε προς την είσοδον. Η παππαδιά ακίνητος επί της πέτρας, ακολουθούσα διά των οφθαλμών τας κινήσεις του, επερίμενε την επιστροφήν του.
— Τι είδες; ηρώτησε.
— Τίποτε.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο ιερεύς εξήλθε της καλύβης και με βήματα αργά διέσχισε τον κήπον. Δεν εφόρει το ράσον του. Εις τας ανυψωμένας χείρας εκράτει το ευχολόγιον και το αρτοφόριον. Εβάδιζε με ορθίαν και ακίνητον την κεφαλήν, με το βλέμμα ήρεμον, ενώ έσειεν ο άνεμος την λυτήν κόμην του. Εφαίνετο άλλος ήδη άνθρωπος!
Επλησίασε προς τον γέροντα και προς την σύζυγόν του χωρίς ουδεμίαν να εκφράση απορίαν διά την έλευσίν της. Αμφότεροι εκείνοι δεν εκινήθησαν προς προϋπάντησίν του. Τον επερίμενον να έλθη. Δεν απηύθυναν ερώτησιν προς αυτόν. Επερίμενον να ομιλήση.
— Ανεπαύθη, είπεν ο ιερεύς.
Ο Γεροθανάσης και η παππαδιά έκαμαν εν σιωπή τον σταυρόν των.
— Αύριον το πρωί θα έλθωμεν να τον θάψωμεν, εξηκολούθησεν.
Η φωνή του είχε τι το σοβαρόν, το επιβάλλον. Ουδέποτε η σύζυγός του τον ήκουσεν ομιλούντα ούτω. Τον ήκουε και τα δάκρυα ανέβαινον ησύχως εις τους οφθαλμούς της. Ησθάνετο ότι η δοκιμασία αύτη ενίσχυσε διά παντός την ψυχήν του.
— Να μείνω εδώ την νύκτα; ηρώτησεν ο Γεροθανάσης.
— Μείνε, θα έλθω πολύ πρωί.
Και βλέπων την σύζυγόν του, ήτις έτεινε προς αυτόν το ράσον,
— Καλά έκαμες και μου το έφερες, είπεν. Εσκέπασα με το άλλο τον νεκρόν.
Και βαδίζοντες ο εις παρά τον άλλον επέστρεψαν εις την οικίαν των πεζοί ο ιερεύς και η σύζυγός του.
Δημήτριος Βικέλας
Α'.
— Παππαδιά μου, είπεν ο παππά Νάρκισσος, αφού απέφαγε και έκαμε τον σταυρόν του, παππαδιά μου, μου καταιβαίνει ο ύπνος γλυκά γλυκά. Με την άδειάν σου θα τον πάρω.
— Να τον πάρης και να τον καλοπάρης, παππά μου. Σου αξίζει να ησυχάσης ύστερα από τόσην κούρασιν σήμερον. Και ούτε θα έλθη κανείς να σε ταράξη με αυτό το ηλιοπύρι.
Και ήρχισεν η παππαδιά να μεταφέρη από την τράπεζαν εις τον νεροχύτην τα ολίγα πινάκια και τα δύο μαχαιροπήρουνα, διά να τα καθαρίση προτού τα τοποθετήση εις την εξέχουσαν επί του τοίχου σανίδα, μεταξύ του νεροχύτου και της εστίας. Διότι το δωμάτιον εκείνο ήτο συγχρόνως και μαγειρείον και εστιατόριον και αίθουσα. Η τράπεζα επί της οποίας έφαγον το λιτόν γεύμα των, τέσσαρες ξύλιναι καθέκλαι και εις ψάθινος καναπές ήσαν τα μόνα έπιπλά του. Ο καναπές ήτο άντικρυ της εστίας. Άνωθεν αυτού εκρέματο επί του τοίχου, εντός μαύρου ξυλίνου πλαισίου (χωρίς όμως ύαλον), λιθογραφία, κιτρίνη εκ της πολυκαιρίας, παριστώσα την άφιξιν του βασιλέως Όθωνος εις Ναύπλιον. Απέναντι της εισόδου, εις μεν την προς τα δεξιά γωνίαν του τοίχου ήτο η θύρα του κοιτώνος, εις δε την προς τ’ αριστερά η θύρα του κήπου. Μεταξύ των δύο θυρών έκειτο κιβώτιον ογκώδες πρασίνου χρώματος, επ' αυτού δε τάπης μικρός διπλωμένος εις τέσσαρα. Τον τοίχον, άνωθεν του κιβωτίου, εστόλιζεν ετέρα λιθογραφία, άνευ πλαισίου αύτη, προσηλωμένη επί του τοίχου διά τεσσάρων μικρών καρφίων, και παριστώσα, όχι πολύ εντέχνως, την άποψιν του εν Τήνω ναού της Ευαγγελιστρίας· ενθύμημα τούτο, προδήλως, ευλαβούς του οικοδεσπότου αποδημίας εις το προσκυνητήριον εκείνο.
Κατάντικρυ του κιβωτίου ήτο η θύρα της οικίας, εκατέρωθεν δε αυτής δύο παράθυρα, των οποίων τα φύλλα ήσαν κλειστά. Η θύρα εχωρίζετο οριζοντίως εις δύο φύλλα, εκ των οποίων το μεν κάτω ήτο κλειστόν, το δε άνω ανοικτόν προς τον στενόν έξω δρομίσκον, και εισήρχετο δι' αυτού εντός του δωματίου το άφθονον φως του μεσημβρινού ηλίου.
Εν τούτοις ο παππά Νάρκισσος εγερθείς εισήλθεν εις τον κοιτώνα, έφερεν εκείθεν το προσκέφαλόν του, το έθεσεν επί του καναπέ, έκλεισε και το άνω φύλλον της θύρας διά να γείνη το δωμάτιον σκοτεινόν και δροσερόν, και εξηπλώθη εις τον καναπέν. Αλλά μετ' ολίγα λεπτά ηγέρθη πάλιν, επήρε τον επί του κιβωτίου τάπητα, τον εξεδίπλωσε, τον ήπλωσε μετά προσοχής επί του καναπέ και εστρώθη μετά μεγαλειτέρας ή πρότερον ευχαριστήσεως, ενώ η παππαδιά εξηκολούθει εν σιωπή την παρά τον νεροχύτην εργασίαν της.
Εδικαιούτο πράγματι ο παππά Νάρκισσος να θέλη ανάπαυσιν την μεσημβρίαν της Κυριακής εκείνης. Ήτο επί ποδός από τα εξημερώματα. Εν ελλείψει άλλου ιερέως, ή διακόνου, ή και αναγνώστου, αυτός ανέγνωσε κατά το σύνηθες τον όρθρον και ετέλεσε την λειτουργίαν εις την μόνην εκκλησίαν του μικρού χωρίου του. Μετά δε την απόλυσιν της εκκλησίας μετέβη πεζός εις απομεμακρυσμένον μέρος της νήσου, μετά του ειρηνοδίκου και μαρτύρων, προς εξακρίβωσιν των ορίων ενός εκεί αγρού του, του οποίου ο γείτων αντεποιείτο μίαν λωρίδα. Και επέστρεψε μεν ικανοποιηθείς, διότι ανεγνωρίσθη το δίκαιόν του επισήμως, αλλ' όμως ο δρόμος ήτο μακρός, ο δε καύσων υπερβολικός. Είχε παρέλθει η συνήθης του γεύματος ώρα ότε επανήλθεν εις την οικίαν του, όπου η παππαδιά επερίμενεν ανησυχούσα μη χαλάση το φαγητόν. Αλλ' ο πεινασμένος παππάς το εύρεν εξαίρετον και το ετίμησε κατά κόρον, προς άκραν της συζύγου του ευχαρίστησιν. Συνετέλεσε δε και τούτο ίσως προς αύξησιν του βάρους των βλεφάρων του.
Ο μεσημβρινός καύσων, ευαρέστως μετριαζόμενος από το σκότος του δωματίου, η άκρα σιωπή, διακοπτομένη από μόνην έξω των τεττίγων την μονότονον μουσικήν, εντός δε της οικίας από τας ελαφράς κινήσεις της παππαδιάς τοποθετούσης τα πινάκια εις την θέσιν των, — ο κάματος του χορτασθέντος παππά, — ο απαλός επί του καναπέ τάπης, τα πάντα προσεκάλουν τον ύπνον.
— Με ημίκλειστα τα βλέφαρα ο ιερεύς παρηκολούθει την εργασίαν της συζύγου του, η δε ξανθή του γενειάς μόλις υπέκρυπτε μειδίαμα αφάτου αγαλλιάσεως. Εσκέπτετο ότι εντός ολίγων μηνών θα προστεθή κοιτίς βρέφους εις τον κοιτώνα των. Χθες μόνον έμαθε το χαρμόσυνον μυστικόν. Η παππαδιά το εξεμυστηρεύθη την νύκτα, εις τα σκοτεινά, συστελλομένη να το είπη εις το φως της ημέρας.
Και ενώ εστήριζε τρυφερώς τα νυσταλέα βλέμματα εις την νεαράν του γυναίκα, διέβαινον ταυτοχρόνως ενώπιον της φαντασίας του σκηναί διάφοροι του παρελθόντος βίου, προσλαμβάνουσαι βαθμηδόν μορφήν ονείρου και συναρμολογούμεναι εν τη ταχεία αυτών και νεφελώδει διελίξει με την ευφρόσυνον συναίσθησιν της παρούσης ευτυχίας.
Β'.
Προ τριών μόνον μηνών απήλαυσεν ο παππά Νάρκισσος την διπλήν τιμήν του να γείνη ιερεύς και σύζυγος. Παιδιόθεν εφόρει το ράσον, ταχθείς εις την Εκκλησίαν προτού εισέτι γεννηθή. Εξ αμνημονεύτων χρόνων οι πρωτότοκοι της μητρικής οικογενείας του εγίνοντο ιερείς, προς εξυπηρέτησιν της ιδιοκτήτου μικράς εκκλησίας της Υπαπαντής, ήτις ήτο το στόλισμα, το καύχημα και το προσκυνητήριον της νήσου. Αλλ' ο προκάτοχος του Ναρκίσσου, και θείος του, ήτο κατ' εξαίρεσιν άτεκνος. Διά τούτο, ότε ενύμφευσε την νεωτέραν αυτού και μόνην αδελφήν, ετέθη όρος ρητός εις το προικοσύμφωνον, ότι ο πρώτος υιός της θα γείνη ιερεύς και κληρονόμος του.
Η χαρά της οικογενείας, ότε εγεννήθη άρρεν, υπερέβη την συνήθως εκδηλουμένην εις τοιαύτας περιστάσεις, προς αδικαιολόγητον υποτίμησιν της αξίας των θηλέων. Ο μικρός Νάρκισσος εθηλάσθη μετά σεβασμού, καθό μέλλων ιερεύς, παιγνίδια του ήσαν κομβολόγια και σταυροί, ότε δε ήρχισε να ομιλή, πρώτας λέξεις, μετά τα παγκόσμια παπά και μαμά, εδιδάχθη να ψελλίζη το Κύριε Ελέησον. Μόλις ηδύνατο να περιπατή στερεώς, ότε έλαβε το προνόμιον του να κρατή την λαμπάδα ενώπιον του θείου του ιερουργούντος. Ούτος εδίδαξεν εις τον μικρόν ανεψιόν του το αλφάβητον διά των ερυθρών ψηφίων του Ωρολογίου, βραδύτερον δε την ανάγνωσιν διά της Οκτωήχου. Αλλ' όμως ταύτα πάντα δεν περιέστελλον τας προς το παίζειν ορμάς του μικρού ιερωμένου, ουδέ τον απήλλασσον χειροτονίας άλλου είδους, ότε ήρχετο με το ράσον κατεσχισμένον από τας αναρριχήσεις εις βράχους, ή από διαπληκτισμούς υπέρ το δέον ζωηρούς μετά των συνηλικιωτών του.
Άμα εισελθών εις το δωδέκατον έτος της ηλικίας του ο μικρός ρασοφόρος εξενιτεύθη, διά να μη εξαμβλύνη η πολλή σχέσις το σέβας του ποιμνίου προς τον επίδοξον ποιμένα του. Εις Άνδρον ιδιώτευε γέρων θείος της μητρός του, όστις, χρηματίσας επίσκοπος Σαλμαθούντος, παρητήθη του ιερού αξιώματος, αφού απεθησαύρισε τα αρκούντα όπως ζήση εν ανέσει το λοιπόν του βίου. Προς τούτον απεστάλη ο Νάρκισσος. Ο Δεσπότης τον προσεδέχθη ευχαρίστως, παραχωρήσας εις αυτόν την θέσιν και τον τίτλον αναγνώστου. Προς δικαίωσιν δε του πρώτου τούτου βαθμού της ιερωσύνης, ο Νάρκισσος εξηκολούθησε τα μαθήματά του όχι μόνον εις το σχολείον της Άνδρου, αλλά και υπό τον πρωτοσύγκελλον του πρώην Σαλμαθούντος, όστις ιδίως τον προήλειφεν εις τα εκκλησιαστικά.
Εντός τοιαύτης προσφυούς ατμοσφαίρας προητοιμάζετο ο νέος διά το στάδιόν του. Μετά παρέλευσιν ετών τινων ο αναγνώστης επρόκειτο να προχειρισθή εις διάκονον, ότε ήλθεν εις Άνδρον η είδησις ότι απεβίωσεν ο θείος του, οι δε συμπολίται του τον προσεκάλουν προς παραλαβήν της ιεράς διαδοχής. Ήτο νέος εισέτι διά τα καθήκοντα ιερέως, αλλά δεν έπρεπε να περιπέση εις ξένας χείρας το οικογενειακόν προνόμιον. Ο πρώην Σαλμαθούντος, καίτοι φέρων βαρέως την στέρησιν του αναγνώστου και μέλλοντος διακόνου του, τον έστειλε με την ευχήν του εις την πατρίδα προς εύρεσιν νύμφης προ του τον χειροτονήση.
Τούτο ουδαμώς δυσηρέστει ούτε εδυσκόλευε τον Νάρκισσον, καθόσον η εκλογή ήτο εκ των προτέρων ωρισμένη. Εκ βρεφικής σχεδόν ηλικίας εθεώρει την Αρετούλαν ως μέλλουσαν γυναίκα του. Οι γονείς των δύο παιδίων επεκύρωσαν παιδιόθεν το συνοικέσιον, κατά το ήμισυ παίζοντες και κατά το ήμισυ σπουδάζοντες, αλλ' ο μικρός Νάρκισσος παρεδέχθη εξ αρχής το σπουδαίον μόνον μέρος της υποθέσεως, ότε δε ανεχώρησεν εις Άνδρον, αντήλλαξε μετά της μικράς συμπαικτρίας του υπόσχεσιν αμοιβαίας πίστεως.
Μετά οκτώ ετών απουσίαν εύρε την Αρετούλαν μεταβληθείσαν εις νέαν κομψήν και ωραίαν, αλλά και η ξανθή κεφαλή του Ναρκίσσου δεν ηλαττούτο ωραιότητος υπό τον μαύρον σκούφον του αναγνώστου. Ο συνοδεύσας τον γαμβρόν Δεσπότης ηυλόγησε τον γάμον, εχειροτόνησε τον νεανίαν διάκονον και πρεσβύτερον, και επέστρεψε πάλιν εις Άνδρον.
Γ'.
Προ τριών ήδη μηνών ο Νάρκισσος ήτο ιερεύς, τα πάντα δ' έβαινον κατ' ευχήν. Οι χωρικοί εφέροντο προς τον εφημέριόν των με σέβας ανώτερον του οφειλομένου εις την ηλικίαν του, η σύζυγός του προητοίμαζε τον διάδοχον, οι αγροί του προεμήνυον ευκαρπίαν, αι πρόσοδοι της εκκλησίας δεν ηλαττώθησαν. Τι άλλο ηδύνατο να επιθυμήση; Και όμως η ευτυχία του δεν ήτο εντελής. Την επεσκίαζε μία μεγάλη και διαρκής ανησυχία. Ο ιερεύς παραμυθεί τους ψυχορραγούντας και κηδεύει τους νεκρούς. Τους νεκρούς! Ιδού η σκέψις η οποία τον εβασάνιζε, το νέφος του οποίου η σκιά εμαύριζε τον φαιδρόν άλλως ορίζοντα του βίου του.
Ο τρόμος του θανάτου τον κατείχεν αφότου τον έφερον, μικρόν έτι, ν' ασπασθή τα κλειστά ψυχρά βλέφαρα του νεκρού πατρός του. Αληθώς παρευρέθη εις πολλάς κηδείας έκτοτε. Ζων πλησίον ιερέων πάντοτε, ανατραφείς ούτως ειπείν εντός της εκκλησίας, πώς ηδύνατο να μη παρακολουθή και να μη λαμβάνη και ούτος το μέρος του εις τας νεκρωσίμους τελετάς; Αλλ' όμως εύρισκε πάντοτε τον τρόπον να υπεκφεύγη την θέαν του θανάτου. Προσηλών τα όμματα εις την λαμπάδα ή εις το ψαλτήριον το οποίον εκράτει, κρυπτόμενος το κατά δύναμιν όπισθεν των υψηλοτέρων ομηλίκων του, ποτέ δεν ανύψωσε το βλέμμα προς το άπνουν του νεκροκραββάτου φορτίον, ποτέ δεν υπήκουσεν εις την σπαραξικάρδιον προς τους επιζώντας πρόσκλησιν του να δώσουν τον τελευταίον ασπασμόν εις την σάρκα, εξ ης απεχωρίσθη η ψυχή.
Αλλ' όμως πώς ηδύνατο, γενόμενος ιερεύς, να αποφύγη εφεξής της αποσυνθέσεως την επαφήν; Ησθάνετο ότι δεν ήτο δυνατόν να εξοικειωθή προς το απαίσιον θέαμα. Εξωμολόγησεν εις τον Δεσπότην τους φόβους του, εξεμυστηρεύθη τους ενδοιασμούς του, απεκάλυψε την αδυναμίαν του, αλλ' ο γέρων τον ενουθέτησε, τον επέπληξε, τον ενεθάρρυνε, τον εβεβαίωσεν ότι θα συνηθίση και αυτός καθώς τόσοι άλλοι εις την φρίκην του θανάτου, ανύψωσε το φρόνημά του υποδεικνύων το μεγαλείον της αποστολής του ιερέως παρά την κοίτην του αποθνήσκοντος και τον λάκκον του τεθνεώτος. Ο Νάρκισσος επείσθη. Επείσθη, αλλ' ο φόβος δεν εξέλιπεν. Επί τρεις ήδη μήνας, οψέποτε ήρχετό τις προς επίσκεψίν του, έτρεμε μη έρχεται φέρων αγγελίαν θανάτου. Μέχρι τούδε διέφυγε την τρομεράν δοκιμασίαν, αλλ' εσκέπτετο ότι δεν ήτο δυνατόν να παραταθή επί πολύ η μη εμφάνισις του θανάτου εις την νήσον του. Και τώρα, ενώ κατέβαινε γλυκύς ο ύπνος εις τα βλέφαρά του, μεταξύ των ευαρέστων εικόνων όσαι επλανώντο ως σκιαί ονείρων ενώπιόν του, ανεμιγνύοντο και σκηναί οδυνηραί επιθανάτου εξομολογήσεως.
Αλλά βαθμηδόν αι εικόνες αύται εθολώθησαν πάσαι και απεσβέσθησαν, τα ημίκλειστα βλέφαρά του εκλείσθησαν εντελώς, η χειρ έπεσε βαρεία επί του τάπητος, η παρειά εβυθίσθη εις το προσκέφαλον, και εντός του σκιερού και ησύχου δωματίου αντήχησεν ισχυρά και ισόχρονος η υγιής αναπνοή του αποκοιμηθέντος ιερέως.
Η παππαδιά εντούτοις απετελείωσε την εργασίαν της και, βαίνουσα ακροποδητί διά να μη ταράξη τον άνδρα της, μετέβη εις τον κοιτώνα και μετ' ολίγον επανήλθε φέρουσα μικρόν δέμα. Εκάθισεν εις το παρά την σβεστήν εστίαν σκαμνίον, ήνοιξε το δέμα και ήπλωσεν επί των γονάτων της το έν μετά το άλλο τα περιεχόμενα.
Ήσαν βρεφικά ενδύματα, δανεισθέντα ως δείγμα διά τα εργόχειρα, εις τα οποία εσκόπευε ν' αφοσιωθή εφεξής. Και τα έβλεπεν η παππαδιά μετά πόθου, και τα παρετήρει μετά βραδύτητος εις την οποίαν υπεκρύπτετο άλλο αίσθημα ή η περί την επεξεργασίαν των προσοχή. Και διακόπτουσα την εξέτασιν των ενδυμάτων, έστρεφεν εν τω μεταξύ το βλέμμα και έβλεπε ρεμβάζουσα τον ησύχως κοιμώμενον σύζυγόν της.
Δ'.
Ήχος βημάτων βαρέων προχωρούντων προς την οικίαν διέκοψεν αίφνης την έξω ησυχίαν. Τα βήματα διεκόπησαν προ της θύρας, και το άνω φύλλον αυτής, υπείκον εις πίεσιν χειρός ωθούσης έξωθεν, έτριξεν ελαφρώς και ηνοίχθη κατά το ήμισυ. Το φως εισήλθεν άφθονον εντός του δωματίου, η αναπνοή του ιερέως μετέβαλε ρυθμόν, αλλ' όμως δεν έπαυσεν αντηχούσα, η δε παππαδιά στρέψασα την κεφαλήν προς το ανοιχθέν θυρόφυλλον, έθεσε τον δάκτυλον εις τα χείλη διά να επιβάλη σιωπήν εις τον ανοίξαντα.
Εντός του φωτερού τετραγώνου, του σχηματισθέντος διά του ανοίγματος του άνω μέρους της θύρας, προέκυπτε το στήθος και η κεφαλή γέροντος χωρικού. Το παλαιόν φέσι του περιέδεε μανδήλιον βαμβακερόν, του οποίου αι λευκαί άκραι εκρέμαντο όπισθεν προς προφύλαξιν του ρυτιδωμένου αυχένος του. Υπό το φέσι έλαμπον οι ζωηροί οφθαλμοί του σκιαζόμενοι από δασείας πολιάς οφρύς. Ο ιδρώς έσταζεν από τους κροτάφους του. Διά της δεξιάς χειρός εκράτει ράβδον στηριζομένην επί του ώμου του, από δε την άκραν της ράβδου εκρέματο επί των νώτων του καλάθιον σκεπασμένον με φύλλα λαχάνων.
Η παππαδιά εγερθείσα επλησίασεν αψοφητί προς την θύραν.
— Καλή 'μέρα, Γεροθανάση, εψιθύρισεν. Ο παππάς κοιμάται.
— Το βλέπω, παππαδιά μου, απεκρίθη ο γέρων, προσπαθών ανεπιτυχώς να καταβιβάση εις ψιθυρισμόν και ούτος τον ήχον της βραγχώδους φωνής του. Το βλέπω, αλλά είναι ανάγκη να 'ξυπνήση.
— Τι τρέχει; Τι τον θέλεις;
— Δεν τον θέλω εγώ, δόξα σοι ο Θεός! Ο λεπρός τον θέλει.
— Κύριε ελέησον! Ο λεπρός! επανέλαβεν η παππαδιά.
Και ανελογίσθη διά μιας τους φόβους του συζύγου της, — την φρίκην του ν' αρχίση από τον λεπρόν την εξάσκησιν των δυσχερών καθηκόντων του, — και την απόστασιν έως εις το άλλο άκρον της νήσου, όπου ο δυστυχής εκείνος διήρχετο τον έρημον βίον, — και τον πολύν καύσωνα της θερινής εκείνης ημέρας.
— Ετελείωσαν, μου φαίνεται, τα ψωμιά του, υπέλαβεν ο χωρικός.
— Κύριε ελέησον, επανέλαβεν η παππαδιά, μη ευρίσκουσα άλλας λέξεις προς έκφρασιν της αδημονίας της, και στρέφουσα τα ανήσυχα βλέμματα προς τον καναπέν.
Ο ιερεύς ήκουσε τα πάντα, αλλά τα ήκουσεν ως εις όνειρον. Το άνοιγμα της θύρας διέκοψε τον ύπνον του, αλλ' αι αισθήσεις του έμενον εισέτι εις νάρκωσιν, αι δε ιδέαι συνωθούντο συγκεχυμέναι και άνευ σειράς εντός της κεφαλής του. Είδε διά των κλειστών βλεφάρων το χυθέν εντός του δωματίου φως, ήκουσε την γυναίκα του προσαγορεύουσαν τον Γεροθανάσην, ήκουσεν ότι ο λεπρός τον θέλει... Αλλ' η τελευταία του γέροντος φράσις και το δεύτερον της συζύγου του «Κύριε ελέησον» τον αφύπνισαν εντελώς.
Ανέκυψε την κεφαλήν, κατεβίβασε τους πόδας, και καθήμενος επί του καναπέ, με τας δύο χείρας στηριζομένας επί του τάπητος, με τα βλέμματα προσηλωμένα προς την θύραν και τα χείλη ημιανοικτά, έμενεν ακίνητος και σιωπηλός. Εσκέπτετο άραγε; Όχι, δεν εσκέπτετο, αλλ' εφαντάζετο ότι βλέπει ενώπιόν του την ελεεινήν καλύβην επί των βράχων, υπεράνω της θαλάσσης, όπου προ ετών πολλών, ωθούμενος υπό παιδικής περιεργείας, επλησίασε διά να ίδη τι έστι λεπρός. Εφαντάζετο ότι βλέπει τον δυστυχή της καλύβης κάτοικον, καθώς τον είδε τότε καθήμενον κατά γης εις την σκιάν μιας κέδρου, καθαρίζοντα χόρτα άγρια εντός της πηλίνης χύτρας του και στρέφοντα μετ' απορίας την κεφαλήν προς τον μικρόν ρασοφόρον. Ανεπόλει πως, ότε είδε την αποτρόπαιον εκείνην μορφήν, ρίγος φρίκης τον κατέλαβε και έφυγε δρομαίος προς τους συντρόφους του, οίτινες ατολμότεροι τον επερίμενον μακράν της καλύβης...
— Να με συμπαθήσης, παππά μου, είπεν ο Γεροθανάσης. Σ' εξύπνησα. Αλλά ψυχομαχεί ο λεπρός και σε θέλει, και είναι πολύς ο δρόμος έως εκεί. Ίσως δεν τον προφθάσης.
Ο παππά Νάρκισσος ηγέρθη.
— Παππαδιά, είπεν, η δε φωνή του έτρεμεν ολίγον. Το καλυμμαύχι και το ράσον μου.
Υπήκουσεν εκείνη σιωπώσα και έφερεν εκ του κοιτώνος τα ζητηθέντα.
— Δεν θα κάμης πεζός τόσον δρόμον, παππά μου, υπέλαβε θωπευτικώς.
— Όχι, όχι, είπεν ο Γεροθανάσης. Πηγαίνω να εύρω κτήμα, κι έρχομαι αμέσως να τον πάρω.
— Θα έλθης μαζή μου; ηρώτησεν ο ιερεύς.
— Και βέβαια!
Ο γέρων ανεχώρησεν εσπευσμένως προς εύρεσιν κτήματος, ως ονομάζουν ευφήμως τα κτήνη των οι νησιώται.
— Ιδέ, έλεγεν ο ιερεύς προς την σύζυγόν του, ενώ ένιπτε τας χείρας και το πρόσωπον εις τον νεροχύτην. Ιδέ, ο Γεροθανάσης είδε τον λεπρόν και τον εβοήθησεν, έρχεται πεζός απ' εκεί, και είναι πρόθυμος να κάμη πάλιν τον δρόμον μαζή μου. Διατί; Χάριν φιλανθρωπίας. Κι εγώ συλλογίζομαι την φρίκην του να παρασταθώ εις το ψυχομαχητόν ενός χριστιανού; Θα διστάσω ενώ πρόκειται περί εκτελέσεως του καθήκοντός μου;
Η παππαδιά τον ήκουε προσπαθούντα διά των λόγων τούτων να ανυψώση το θάρρος του, αλλά δεν ετόλμα να προσθέση τι και αύτη προς ενίσχυσίν του. Επρόσφερεν εν σιωπή το προσόψιον εις τον άνδρα της, εκείνος δε εσπογγίσθη, εφόρεσε το ράσον, έθεσεν επί κεφαλής το καλυμμαύχιον, εφίλησε την σύζυγόν του εις το μέτωπον και εξήλθε κρατών εις χείρας τα κλειδία της Εκκλησίας.
Η οικία του ιερέως έκειτο, τελευταία και απομονωμένη, εις τους πρόποδας της αποτόμου κορυφής, της οποίας τα πλευρά κατείχον αι λοιπαί οικοδομαί του χωρίου, υπερκείμεναι αλλήλων. Εις το μέσον περίπου αυτών ήτο η μικρά εκκλησία της Υπαπαντής, κτίριον παλαιόν Βυζαντινού ρυθμού, με τρούλον πυργοειδή υψούμενον υπεράνω των πέριξ ταπεινών οικιών. Από την οικίαν του ιερέως μέχρι της εκκλησίας η στενή λιθόστρωτος οδός ανέβαινεν ελικοειδώς, ο δε ήλιος, ακτινοβολών κατά κάθετον, αποκαθίστα κατά την ώραν εκείνην την ανάβασιν κοπιωδεστέραν του συνήθους.
Τα παράθυρα των εκατέρωθεν οικίσκων ήσαν κλειστά, πού και πού όμως το άνω φύλλον της θύρας ήτο ανοικτόν, ο δε οικοδεσπότης, ή και η σύζυγός του, στηρίζοντες τους βραχίονας επί του κλειστού κάτω φύλλου εφαίνοντο περιμένοντες την διάβασιν του ιερέως. Ο Γεροθανάσης διαβαίνων διέδωκε την είδησιν ότι ο λεπρός αποθνήσκει. Και εχαιρέτα ο ιερεύς τους χωρικούς. «— Καλή 'μέρα, Κυρ Γιάννη. — Ώρα καλή, κυρά Θάναινα. — Η ευχή σου, παππά μου.»
Προφανώς είχον πάντες διάθεσιν δι' εκτενεστέραν συνδιάλεξιν, αλλ' ο παππάς εβιάζετο. Ανήλθεν ιδρωμένος εις την εκκλησίαν, ήνοιξε την θύραν, εισήλθεν εντός του δροσερού ναού, έλαβεν ευλαβώς εκ του αναιμάκτου θυσιαστηρίου το ιερόν της θείας μεταλήψεως σκεύος και το ευχολόγιόν του, τα ετύλιξεν εντός του περιτραχηλίου του, περιέδεσε το περιτραχήλιον εντός μαύρης λινής οθόνης και εξήλθεν.
Έκλειε μόλις την θύραν της Εκκλησίας, ότε ήκουσε την φωνήν του Γεροθανάση παροτρύνοντος το κτήμα. Το ζώο δεν εφαίνετο πρόθυμον εις εκδρομήν εντός του καύσωνος. Ο ιερεύς προέβη εις προϋπάντησίν του, το εθώπευσεν, ανέβη εις την ράχιν του, αφού εναπέθεσεν ασφαλώς το δέμα εντός του κόλπου του, και ήρχισεν η πορεία. Ο γέρων χωρικός παρηκολούθει πεζός.
Πλειότεραι θύραι ήσαν ήδη ανοικταί, οι δε ευσεβείς χωρικοί, γνωρίζοντες τι έφερεν εντός του κόλπου ο ιερεύς, εσταυροκοπούντο, ενώ διήρχετο. Εις την θύραν της οικίας του επερίμενεν η παππαδιά, σκιάζουσα διά της χειρός τους οφθαλμούς της. Μειδίαμα ευφρόσυνον επέλαμψεν εις το πρόσωπον του ιερέως. Εκράτησε το ζώον προ της θύρας και ηθέλησε ν' αποτείνη τον λόγον προς την σύζυγόν του, αλλά δεν ανήρχοντο αι λέξεις εις τα χείλη του. Ούτε εκείνη επρόφερε λέξιν, ενώ τον ητένιζε τρυφερώς προσπαθούσα να μειδιάση. Ο παππά Νάρκισσος εκίνησε την κεφαλήν προς αποχαιρετισμόν, εκτύπησε τον λαιμόν του όνου διά του σχοινιού, το οποίον εχρησίμευεν αντί χαλινού, και επροχώρησε μετά του γέροντος. Το βεβιασμένον μειδίαμα της παππαδιάς εσβέσθη, άμα είδε την συνοδίαν απομακρυνομένην, και διά του αντίχειρος απέμαξεν εν δάκρυ εκ των βλεφαρίδων της.
Ε'.
Ο δρόμος εξηκολούθει καταβαίνων ανά μέσον των εις τους πρόποδας του χωρίου αγρών και αμπελώνων, έπειτα ανέβαινε πάλιν, διασχίζων πυκνόν ελαιώνα, μέχρι της κορυφής του απέναντι λόφου, όπου τρεις ανεμόμυλοι επερίμενον πνοήν αέρος να κινήση τους ήδη αργούς ιστιοφόρους τροχούς των. Εκείθεν ηπλούτο ευρύ οροπέδιον κατωφερές, απολήγον εις βράχους αποκρήμνους προς το μεσημβρινόν μέρος της νήσου. Η οδός ήτο τραχεία και απεριποίητος, αλλά και ο Γεροθανάσης και το κτήμα του εφαίνοντο συνηθισμένοι εις τας πέτρας, αίτινες επηύξανον το δύσβατον του εδάφους. Τοίχοι χαμηλοί, ξηροτρόχαλοι, άνευ πηλού ή ασβέστου, εχώριζον εκατέρωθεν τους αμπελώνας. Καθ' όσον δε η οδός απεμακρύνετο, διεδέχοντο τους αμπελώνας αγροί θερισθέντες ήδη. Πέρα της καλλιεργημένης εκτάσεως, αριστερόθεν μεν το οροπέδιον ανυψούμενον εσχημάτιζε σειράν λόφων θαμνοσκεπών, δεξιόθεν δε έκλινε βαθμιαίως προς την παραλίαν, και η κυανή του Αιγαίου θάλασσα εξηπλούτο εκείθεν απέραντος, ποικιλλομένη από τα απέχοντα βουνά των άλλων νήσων.
Ήτο αληθώς ωραίον το θέαμα, αλλ' ο ιερεύς δεν το έβλεπεν. Ο νους του ήτο αλλαχού προσηλωμένος. Οι φόβοι τους οποίους η συναίσθησις του καθήκοντος και το παράδειγμα του Γεροθανάση είχον κατ' αρχάς περιστείλει, επανήρχοντο και πάλιν εντός της ψυχής του. Αι προ της αναχωρήσεως προετοιμασίαι, η παρουσία των χωρικών εις τας θύρας των οικιών των, η θέα της συζύγου του, είχον οπωσδήποτε αναστηλώσει την κλονιζομένην καρδίαν του. Αλλά τώρα εις την ερημίαν της εξοχής, εν τω μέσω της σιωπής, την οποίαν εφαίνετο επιτείνων ο διπλούς κρότος των πετάλων του ζώου και των βημάτων του γέροντος χωρικού, ενώ ο ήλιος έκαιε τους ώμους του, εικόνες απαίσιοι εξετυλίσσοντο και πάλιν ενώπιον των αφηρημένων οφθαλμών του. Επροσπάθει διά της σκέψεως να υπερνικήση την φαντασίαν του, αλλ' η σκέψις δεν ίσχυεν. Εφοβείτο, εφοβείτο ο δυστυχής!
Δεν είχεν εισέτι ομιλήσει, αλλ' ουδ' ο συνοδοιπόρος του διέκοψε την σιωπήν. Ότε περιπατεί τις υπό τον ήλιον, επί εδάφους δυσκόλου, ακολουθών μάλιστα το βάδισμα ζώου ευρώστου, δεν θεωρεί συνήθως την περίστασιν αρμοδίαν προς συνομιλίαν, και αν έτι δεν έχη την ηλικίαν του Γεροθανάση. Επί τέλους ο ιερεύς ανέκυψεν εκ των ζοφερών ρεμβασμών του. Ήκουσε τον γέροντα όπισθέν του ασθμαίνοντα και, σύρας προς το στήθος του το σχοινίον, εκράτησε τον όνον. Ο χωρικός έσπευσε το βήμα και ήλθε πλησίον του.
— Τι έπαθες, παππά μου; Τι στέκεις;
— θα καταίβω ν' αναίβης συ, και όταν κουρασθώ, αλλάζομεν.
— Καλέ, τι λόγος! Να καθίσω εγώ και να περιπατής εσύ!
— Είσαι κουρασμένος, γέρο μου.
— Εγώ κουρασμένος! Βαστούν ακόμη τα κόκκαλά μου κι έννοια σου! Πού ηκούσθη να περιπατή ο παππάς με τα άγια και να πηγαίνη εμπρός ο αγωγιάτης με το κτήμα! Εμπρός!
Το πράγμα δεν επεδέχετο περαιτέρω συζήτησιν. Ο όνος υπείκων και εις την ηθικήν πίεσιν της φωνής του γέροντος και εις την διά του γρόνθου του επικύρωσιν του εκφωνηθέντος Εμπρός, επανέλαβε ζωηρώς την πορείαν. Αλλ' ο ιερεύς εχαλίνωσε την ορμήν του διά ν' ακολουθή μετά πλειοτέρας ανέσεως ο πεζός γέρων και διά να επαναλάβη την μετ' αυτού συνομιλίαν.
— Θα τον προφθάσωμεν ζωντανόν; Τι λέγεις;
— Τι να σου 'πώ; Ο άνθρωπος είνε εις τα έσχατά του.
— Πώς τον άφησες; Πώς ήτο;
— Πώς να είναι; Ωσάν άνθρωπος όπου ψυχομαχεί.
Τούτο ήθελε να μάθη; Πώς είναι ο άνθρωπος ότε ψυχομαχεί, αλλ' η απόκρισις του χωρικού δεν τον εφώτισεν. Επεθύμει ν' ακούση περιγραφόμενον το θέαμα, το οποίον απετροπιάζετο προτού το ίδη. Ήλπιζεν ότι η εκ των προτέρων περιγραφή ήθελεν εξοικειώσει αυτόν προς ό,τι παιδιόθεν εφαντάζετο μετά φρίκης. Και επάλαιεν εντός της ψυχής του το ταπεινόν αίσθημα του φόβου προς το ευγενές αίσθημα του καθήκοντος. Η αδιαφορία με την οποίαν ο γέρων ωμίλει περί της αγωνίας του θανάτου, η προθυμία του να επανέλθη προς τον ψυχορραγούντα λεπρόν, επηύξανον την ενδόμυχον του ιερέως εντροπήν διά την ατολμίαν του.
— Διατί ήλθες μαζή μου, ηρώτησε μετά τινα σιωπήν. Διά να με συντροφεύσης;
— Και διά τούτο. Αλλ' όχι τόσον διά τούτο, όσον διά να τον παρασταθώ εις τα τέλη του. Εσύ, παππά μου, να τον μεταλάβης και έπειτα να φύγης. Εγώ θα μείνω. Όλην του την ζωήν την επέρασεν έρημος και μόνος, ας έχη ένα χριστιανόν εις το πλευρόν του, ενώ αποθνήσκει, ο κακόμοιρος!
— Είσαι αλήθεια καλός χριστιανός, Γεροθανάση. Ο Θεός να σ' ευλογήση! Αλλά το χρέος τούτο είναι ιδικόν μου, και θα το εκτελέσω εγώ. Εγώ θα του κλείσω τα βλέφαρα.
Και ησθάνθη τον λάρυγγά του στενούμενον υπό συγκινήσεως.
Εξηκολούθησαν εν σιωπή την οδοιπορίαν. Η οδός δεν εφράσσετο πλέον εκατέρωθεν υπό τοίχων, αλλά διέσχιζε θάμνους σχοίνων και κομάρων καταβαίνουσα προς τα απόκρημνα της νήσου παράλια. Εντός ολίγου έκαμψε προς τ’ αριστερά, παρά τας υπωρείας γυμνού λοφίσκου, και είδε μακρόθεν ο ιερεύς μίαν κέδρον εκεί μονήρη, υπό δε την σκιάν της τους τοίχους της καλύβης του λεπρού.
Προ δεκαπέντε ετών υπό τους κλώνας της κέδρου εκείνης είδεν ο Νάρκισσος τον δυστυχή ερημίτην, όστις προ πολλών και τότε ετών κατώκει εκεί. Εις την εσχατιάν εκείνην της νήσου, μόνος, έρημος, μακράν πάσης κοινωνίας ανθρώπων, διήλθε τον βίον φέρων το βάρος προγονικής συμφοράς, ανεύθυνος αυτός, ζων άνευ ελπίδος, άνευ παρηγορίας, άνευ σκοπού. Ορφανός, άκληρος, άπορος, κατελήφθη νεώτατος έτι υπό της βδελυράς νόσου. Οι ομόχωροί του τον ηνάγκασαν να υποβληθή εις απομόνωσιν, αναλαβόντες την υποχρέωσιν της συντηρήσεώς του. Δεν ήτο βεβαίως υπέρογκον το βάρος διά την κοινότητα της νήσου. Ο Γεροθανάσης, του οποίου οι ολίγοι αγροί έκειντο πέρα της καλύβης του λεπρού, ανεδέχθη την μεταφοράν της εβδομαδιαίας προμηθείας άρτου. Αλλά δεν περιωρίσθη εις τούτο η αγαθότης του φιλανθρώπου χωρικού. Εβοήθει τον άθλιον ερημίτην εις την καλλιέργειαν του μικρού κήπου του, επισκευάζων τα εργαλεία του, προμηθεύων σπόρους, δίδων συμβουλάς. Έμενε συνομιλών με τον ασθενή, εξοικειωθείς εκ της μακράς συνηθείας προς το απεχθές νόσημά του. Και τον επερίμενεν ο λεπρός, μετρών τας ημέρας και τας ώρας μέχρι της προσεχούς επισκέψεως. Ο Γεροθανάσης ήτο ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ αυτού και του λοιπού κόσμου. Ουδείς άλλος τον επλησίαζεν. Εάν χωρικός τις διέβαινεν εκείθεν, τον προσηγόρευεν ενίοτε μακρόθεν, εναπέθετεν ίσως επί βράχου απέχοντος την ελεημοσύνην του, αλλ' ουδείς ετόλμα να τον ίδη και να τον ομιλήση εκ του πλησίον.
Ο περί την καλύβην κήπος του λεπρού περιεκλείετο διά φραγής εκ σπάρτων και κομάρων και ροδοδαφνών. Απέναντι της θαλάσσης η φραγή διεκόπτετο, δύο δε λίθοι ογκώδεις, εν είδει παραστάδων, εσχημάτιζον την είσοδον, αλλά θύρα μεταξύ των λίθων δεν υπήρχεν.
Ποσάκις επί των λίθων εκείνων καθήμενος, απέναντι της απεράντου εκτάσεως του πελάγους, έβλεπε τα κύματα πλήττοντα τους βράχους αγρίως, ή θωπεύοντα ησύχως την παραλίαν υπό τους πόδας του! Ποσάκις, βλέπων εκείθεν τας λευκάς πτέρυγας των απεχόντων πλοίων, εζήλευε τους ναύτας, οι οποίοι, εύρωστοι και ρωμαλέοι, επάλαιον κατά των στοιχείων, περιφερόμενοι από τόπου εις τόπον και ποθούντες την παραλίαν της πατρίδος, όπου όντα προσφιλή τους επερίμενον, ενώ αυτός, δέσμιος επί του βράχου του, έρημος και ελεεινός, επερίμενε τον θάνατον!
ΣΤ'.
Εκεί, έμπροσθεν των δύο λίθων, επέζευσεν ο παππά Νάρκισσος. Ο Γεροθανάσης έδεσε διά του σχοινίου τους δύο εμπροσθίους πόδας του όνου, προς περιορισμόν της ελευθερίας του, και εισήλθεν εις τον μικρόν καλλιεργημένον περίβολον, προχωρών προς την καλύβην. Ο ιερεύς τον παρηκολούθει. Μετ' ολίγα βήματα ο χωρικός εστράφη.
— Κάθισε ολίγον έξω εκεί εις την πέτραν, παππά μου, να ιδώ πρώτα τι γίνεται μέσα ο άμοιρος αυτός.
Ο ιερεύς υπήκουσε σιωπών. Έλαβε το δέμα εκ του κόλπου του, το έλυσε με τας χείρας τρεμούσας ολίγον, έθεσε το περιτραχήλιον με τα εν αυτώ επί της πέτρας, απέθεσεν εκεί και το καλυμμαύχιον του, και με γυμνήν την κεφαλήν, τας χείρας σταυρωμένας επί του στήθους, επερίμενεν όρθιος τον γέροντα. Ήτο κάτωχρος. Μία ακούσιος ευχή, μία αμαρτωλή επιθυμία εισέδυσεν αίφνης εις την ψυχήν του. — Ω! Εάν ο γέρων επανερχόμενος έλεγε: Τετέλεσται! — Αλλ' απεδίωξε μετά ρίγους τον πονηρόν στοχασμόν, επεκαλέσθη την εξ ύψους βοήθειαν, έκαμε τον σταυρόν του, και λαβών εκ του διπλωμένου περιτραχηλίου το ευχολόγιον ήρχισε ν' αναγινώσκη τας ωραίας προσευχάς της νεκρωσίμου ακολουθίας. Ανεγίνωσκε, και όμως ο νους του ήτο εις την καλύβην. — Διατί αργεί ο Γεροθανάσης; — Ηθέλησε να πλησιάση προς την θύραν της καλύβης, αλλ' εις το μέσον του περιβόλου εστάθη διστάζων. Ηθέλησε να ερωτήση εκείθεν τον γέροντα, αλλά δεν ετόλμησε να υψώση την φωνήν.
Επί τέλους ο γέρων εξήλθε της καλύβης. Ο ιερεύς τον ητένισε με βλέμμα ερωτηματικόν.
— Ήτον εις βύθος. Τον εξύπνησα με κόπον. Μόλις ακούεται η φωνή του. Έλαμψαν τα σβυσμένα του 'μάτια, όταν ήκουσε ότι είσαι εδώ. Έλα, παππά, έλα να τον μεταλάβης.
Ο ιερεύς επέστρεψε προς την είσοδον, περιεβλήθη το περιτραχήλιον, έλαβεν ευλαβώς εις χείρας τα άγια και επορεύθη προς την καλύβην. Η ωχρότης του μόνη εμαρτύρει την ταραχήν του. Το βήμα του ήτο στερεόν, αι χείρες του δεν έτρεμον καθώς πριν, δεν εδίσταζε πλέον. Ενίκησε τους τελευταίους ενδοιασμούς της δειλίας η συναίσθησις της ιεράς αποστολής του.
Ότε έφθασεν εις την θύραν, ο γέρων, όστις τον ηκολούθει παρά πόδας, έθιξεν ελαφρώς το ράσον του. Ο ιερεύς, με τον ένα πόδα επί του κατωφλίου, εστάθη και έστρεψε την κεφαλήν. Η ξανθή του κόμη εκυμάτιζε λυτή επί του αυχένος του.
— Παππά μου, μη εγγίσης το μανδήλι εις το πρόσωπόν του. Εκείνος μου παρήγγειλε να τον σκεπάσω διά να μη τον ιδής.
— Καλά, είπεν ο ιερεύς σοβαρώς. Μη έλθης μέσα, εάν δεν σε κράξω.
Και εισήλθεν εντός της καλύβης.
Ο Γεροθανάσης εκάθισεν επί της πέτρας παρά την είσοδον και επερίμενεν. Έμεινεν επί ώραν πολλήν καθήμενος εκεί. Ηπόρει πώς ο ιερεύς ούτε φαίνεται ούτε ακούεται. Είχε την περιέργειαν να υπάγη προς την καλύβην, αλλά δεν ετόλμα να παρακούση την διαταγήν. Επερίμενε λοιπόν, βλέπων την κυανήν θάλασσαν ρυτιδουμένην υπό του ανέμου, όστις εγειρόμενος ήρχιζε να δροσίζη την ατμοσφαίραν. Οι πέριξ θάμνοι ανέδιδον ευωδίαν ζωογόνον, αι σιταρήθραι πετώσαι ορμητικώς προς τα ύψη επλήρουν τον αέρα με το κελάδημά των, η φύσις εφαίνετο φαιδρά όλη και ευτυχής, ενώ ο λεπρός απέθνησκεν εντός της καλύβης του.
Αίφνης ο γέρων χωρικός ήκουσε βηματισμόν πλησίον του ελαφρόν. Εστράφη απορών και είδεν ερχομένην προς την καλύβην την γυναίκα του ιερέως. Ηγέρθη αμέσως και προέβη εις προϋπάντησίν της.
— Τι σου ήλθε να κάμης τόσον δρόμον πεζή, παππαδιά;
— Ενόμιζα ότι θα σας απαντήσω εις τα μισά του δρόμου και ολίγ' ολίγον ήλθα έως εδώ. Πού είνε ο παππάς;
— Μέσα, με τον λεπρόν.
— Ζη ή απέθανε;
— Ό,τι και αν σου 'πώ, σε γελώ.
— Δεν πηγαίνεις να ιδής;
— Μου το έχει εμποδισμένον ο παππάς.
Η παππαδιά εσιώπησεν επ' ολίγον και έπειτα επανέλαβε μετά τινος ανησυχίας:
— Θα νυκτωθήτε εδώ.
— Δεν πειράζει. Έχει φεγγάρι. Μόνον εσύ, τι ήθελες να έλθης;
— Έφερα το ράσον.
Και έδειξε κρεμάμενον επί του βραχίονός της, επιμελώς διπλωμένον, το καλόν ράσον του παππά Ναρκίσσου.
— Τι το έφερες; Μη είναι κρύον να τα φορέση επανωτά;
— Ίσως χρειασθή, είπεν η παππαδιά.
Και λέγοντες ταύτα έφθασαν εις την είσοδον του περιβόλου.
— Κάθισ' εδώ παππαδιά, εις την πέτραν. θα είσαι κουρασμένη.
— Όχι, δεν εκουράσθηκα. Να 'πάγω μέσα, Γεροθανάση;
— Να μη θυμώση ο παππάς!
Η παππαδιά εκάθισεν επί της πέτρας. Ανά πάσαν στιγμήν έστρεφε την κεφαλήν προς την καλύβην. Η ανησυχία εζωγραφίζετο εις το πρόσωπόν της. Ο γέρων την ελυπήθη, ή συνεμερίζετο ίσως και αυτός την ανυπομονησίαν της.
— Μη χολοσκάνης, είπε. Πηγαίνω σιγά σιγά να ιδώ.
Επροχώρησε βραδέως προς την καλύβην τείνων τα ώτα ανά παν βήμα. Δεν ήκουε τίποτε. Ότε έφθασεν εις την θύραν, εστάθη. Ο ιερεύς έλεγέ τι ταπεινή τη φωνή. Μόλις ηδύνατο ν' ακούση ο γέρων. Έκυψε την κεφαλήν εντός της καλύβης. Του λεπρού η κεφαλή δεν εφαίνετο. Την απέκρυπτον τα νώτα του ιερέως, όστις γονατιστός επί του εδάφους κλίνων τον αυχένα προς τον λεπρόν, προσηύχετο. Η λευκή οθόνη, διά της οποίας ο Γεροθανάσης είχε καλύψει το πρόσωπον του ασθενούς, έκειτο εκεί ερριμμένη παρά τους πόδας του.
Ο χωρικός απεσύρθη ησύχως και επέστρεψε προς την είσοδον. Η παππαδιά ακίνητος επί της πέτρας, ακολουθούσα διά των οφθαλμών τας κινήσεις του, επερίμενε την επιστροφήν του.
— Τι είδες; ηρώτησε.
— Τίποτε.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο ιερεύς εξήλθε της καλύβης και με βήματα αργά διέσχισε τον κήπον. Δεν εφόρει το ράσον του. Εις τας ανυψωμένας χείρας εκράτει το ευχολόγιον και το αρτοφόριον. Εβάδιζε με ορθίαν και ακίνητον την κεφαλήν, με το βλέμμα ήρεμον, ενώ έσειεν ο άνεμος την λυτήν κόμην του. Εφαίνετο άλλος ήδη άνθρωπος!
Επλησίασε προς τον γέροντα και προς την σύζυγόν του χωρίς ουδεμίαν να εκφράση απορίαν διά την έλευσίν της. Αμφότεροι εκείνοι δεν εκινήθησαν προς προϋπάντησίν του. Τον επερίμενον να έλθη. Δεν απηύθυναν ερώτησιν προς αυτόν. Επερίμενον να ομιλήση.
— Ανεπαύθη, είπεν ο ιερεύς.
Ο Γεροθανάσης και η παππαδιά έκαμαν εν σιωπή τον σταυρόν των.
— Αύριον το πρωί θα έλθωμεν να τον θάψωμεν, εξηκολούθησεν.
Η φωνή του είχε τι το σοβαρόν, το επιβάλλον. Ουδέποτε η σύζυγός του τον ήκουσεν ομιλούντα ούτω. Τον ήκουε και τα δάκρυα ανέβαινον ησύχως εις τους οφθαλμούς της. Ησθάνετο ότι η δοκιμασία αύτη ενίσχυσε διά παντός την ψυχήν του.
— Να μείνω εδώ την νύκτα; ηρώτησεν ο Γεροθανάσης.
— Μείνε, θα έλθω πολύ πρωί.
Και βλέπων την σύζυγόν του, ήτις έτεινε προς αυτόν το ράσον,
— Καλά έκαμες και μου το έφερες, είπεν. Εσκέπασα με το άλλο τον νεκρόν.
Και βαδίζοντες ο εις παρά τον άλλον επέστρεψαν εις την οικίαν των πεζοί ο ιερεύς και η σύζυγός του.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Το απόλαυσα κι αυτό... Σ' ευχαριστούμε!
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΓΥΡΙΣΕΙ
Έλλη Αλεξίου
Ὁ συνάδελφός μου στὸ Γυμνάσιο περνάει τὴ θλίψη του κοντὰ στὰ ἀνελέητα παιδιά. Τὰ λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς νεότητος. Ὅμως εἶναι μία ἄνθηση σκληρή, ποὺ τρέφεται μόνο μὲ τὸ γέλιο καὶ μὲ τὴ χαρά. Τὴ γεύεται ὅπου τὴ βρίσκει, τὴν τρυγᾶ ἀπ᾿ ὅπου νά ῾ναι καὶ μ᾿ ὅποιον τρόπο νά ῾ναι. Καταπιέζομε μεῖς οἱ καθηγητὲς τὴ χαρά τους. Πνίγομε τὸ γέλιο τους. Ἐνῶ αὐτὰ παλεύουν καὶ ἀντιμάχονται. Καὶ στὸ πάλεμα νικάει ὁ δυνατός. Στὸ Γυμνάσιό μας νικήθηκε αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἄρχισε νὰ παίζει τὸ ρόλο τῆς «Ψυχαγωγίας». Ἔτσι λένε οἱ μαθηταὶ στὸ μάθημά του: «Τώρα ἔχομε ψυχαγωγία». Σ᾿ ὅλα τὰ Γυμνάσια τὸ ἴδιο γίνεται. Ἕνας ἀπ᾿ ὅλους βρίσκεται πάντα ποὺ «αἴρει τὰς ἁμαρτίας» τῶν ἄλλων. Εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀλλήθωρος, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι τσεβδός... Εἴτε ἐπειδὴ τὸν συνοδεύουν οἱ ἀναπηρίες τῶν γηρατειῶν. Εἴτε ἐπειδὴ δυστύχησε. Ἡ δυστυχία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος:
«Ἀλλόκοτο εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μας. Μοῦ κάνει κακὸ καὶ μόνο ν᾿ ἀνοίγω τὸ στόμα μου, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μιλῶ διαρκῶς. Μοῦ κάνει κόπο νὰ βλέπω ἀνθρώπους, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα κεφάλια. Μόνο οἱ εὐτυχισμένοι ἔπρεπε νὰ γίνονται δάσκαλοι. Νὰ ταξιδεύουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ μὲ ἁπλωμένα τὰ πανιὰ στὴ φρενίτιδα τῆς χαρᾶς. Χθὲς μὲ παρακαλοῦσαν νὰ τὰ πάω ἐκδρομή. Ὅλες, μοῦ λέγαν, οἱ τάξεις πηγαίνουν μὲ τοὺς ἑλληνιστές τους. Ἐσεῖς δὲ θὰ μᾶς πᾶτε; Ἂς ζοῦσα μέσα σ᾿ ἕνα ἀκατοίκητο δάσος. Ἂς εἶχα γιὰ ἐπάγγελμά μου νὰ σκάβω τὴ γῆ, ἢ νὰ κάνω ἐπιτέλους λογαριασμούς... Τὰ παιδιὰ θὰ μὲ λένε σίγουρα χαζό... δὲν ξέρω, μὰ ἔτσι θά ῾πρεπε νὰ μὲ λένε...».
Πράγματι ἔτσι τὸν λένε καὶ τὸ ἀποδείχνουν μὲ ἐπιχειρήματα. «Γράφομε μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ μαθηματικά μας, καρφὶ δὲν τοῦ καίγεται...».
«Τρῶμε μπροστά του, κοιμούμαστε, νά, ἔτσι, ἁπλωτοὶ στὸ θρανίο, δέ μας μιλᾶ, μᾶς κοιτάζει σὰ χαζός...».
«Ἐνῶ ἔχομε ἱστορία, ἀρχίζει νὰ μᾶς κάνει λατινικά. Καὶ ἄλλοτε ἀφήνει τὰ λατινικὰ στὴ μέση, καὶ πιάνει τὴν ἱστορία, καὶ τὸ λέει κι ὁ ἴδιος: "Συγνώμη παιδιά, τὸ μυαλό μου πῆρε ἄλλο δρόμο..."».
«Λέει ὅ,τι τοῦ κατεβεῖ. Προχθὲς γράφαμε ἔκθεση. Κεῖνος καθότανε στὴν ἕδρα. Καὶ κεῖ ἄρχισε νὰ μονολογᾶ: "Μπορεῖς νὰ κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; εἴκοσι; ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια οἱ πατριαρχικὲς οἰκογένειες;"».
«Συχνὰ ἀφήνει ὄρθιο μπροστὰ στὸν πίνακα τὸ μαθητὴ ποὺ ἐξετάζει, κι αὐτὸς βγάζει τὸ σημειωματάριό του καὶ γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει... ὡσότου χτυπάει τὸ κουδούνι καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα γιὰ τὸ μαθητή, καὶ δίχως νὰ μᾶς βάλει μάθημα παρακάτω...».
Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ σημειωματάριό του εἶναι γεμάτο ποιήματα. Ἁπλοϊκὰ εἶναι. «Δὲν ξέρω ἀπὸ ποίηση», λέει ὁ ἴδιος, «μά, νά, ἔτσι ξεσπάω... ὁλόκληρη νύχτα πῶς νὰ περάσει...». Κι ὅλα μιλοῦνε γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ λένε Τάκη. Διηγοῦνται τὶς χάρες του. Τὶς ὀμορφιές του. Ἢ περιγράφουν τὸ σπίτι ποὺ ἀπόμεινε σκοτεινό. Ἢ μιλοῦν γιὰ τὰ μισοτελειωμένα του τετράδια καὶ τὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο...
Ποῦ πῆγες καὶ μᾶς ἄφησες στὸ ρημαγμένο σπίτι;
Ἡ μάνα σου σ᾿ ἀποζητᾶ σ᾿ ἀναζητᾶ ὁ πατέρας,
Σὲ περιμένουν τὰ χαρτιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτὸ βιβλίο,
Τάκη μας, πὲς ποῦ βρίσκεσαι γιὰ νά ῾ρθουμε κοντά σου,
Δὲ θέμε νὰ πιστέψουμε πὼς ἔφυγες γιὰ πάντα
Καὶ θὰ σὲ περιμένουμε, νὰ ῾ρθεῖτε μὲ τὸν Πέτρο,
Ἕνας τὸν ἄλλον πιάσετε σφιχτὰ χέρι μὲ χέρι,
Θέτε νὰ ῾ρθεῖτε Κυριακή; Καθημερινή; γιὰ σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Ὅποτε βουληθεῖτε...
Τὶς πόρτες θά ῾βρετ᾿ ἀνοιχτὲς καὶ τοὺς γονιοὺς στὸ πόδι
Κρεβάτι δὲ γευτήκαμε κι ὕπνος δὲ μᾶς ἐπῆρε
Ἀπὸ τὴν ὥρα, Τάκη μου, ποὺ σβήστηκ᾿ ἡ λαλιά σου...
«Τάκη λέγανε τὸ παιδί σας ποὺ ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί;».
«Ὄχι, κεῖνο τὸ λέγανε Πέτρο... Κεῖνος ἦταν ὁ μεγάλος μου γιός. Ἤτανε δεκαεννιὰ χρονῶ... Ὁ Τάκης εἶναι τὸ μικρό. Ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ μάνα του, τὸν Πέτρο δὲν τὸν κλάψαμε. Δὲν τὸν εἴδαμε σκοτωμένο. Τ᾿ ὄνομά του δὲ γράφτηκε πουθενά. Οὔτε οἱ ἐφημερίδες ἀνάφεραν τίποτε. Οὔτε κι οἱ Γερμανοὶ ποὺ πήγαμε καὶ ξαναπήγαμε νὰ μάθουμε ὁριστικὰ πράγματα θελήσανε νὰ μᾶς πληροφορήσουν. Κεῖνο ποὺ ξέρομε σίγουρα εἶναι πὼς τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὶς ὀχτὼ τοῦ Μάη τοῦ 1944, καὶ πὼς ὁ Πέτρος φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον συγκρατούμενο: «Πᾶμε ῾μεῖς». Μὰ γιὰ ποῦ τοὺς πήγαιναν δὲν τοῦ εἶπε. Οὔτε κι ἄφησε σημείωμα, ὅπως κάνανε πολλοί. Καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του, πὼς τοὺς πῆραν ἐργάτες στὴ Γερμανία... καὶ πὼς ζεῖ... καὶ πὼς μιὰ μέρα ὁ Πέτρος μου θὰ γυρίσει... Ἔτσι τὸ λέμε μὲ τὴ μάνα του...».
Σταματᾶ λίγο ὁ συνάδελφος, παίρνει μαντίλι καὶ φτιάχνει, σκουπίζει τὴν ἀλλοιωμένη του ὄψη καὶ συνεχίζει:
«Ἐμεῖς κλαῖμε μόνο τὸν Τάκη. Εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά. Ὁλόκληρο χρόνο μὲ τὴν πείνα, μέσα στὴ σκόνη, στὴ ζέστη... Ὕστερα ἅμα πιάσανε τὰ κρύα, μὲ τὶς βροχές, μὲ τὰ χιόνια, πηγαινοερχότανε μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι γιὰ τὸν Πέτρο. Οἰκονομοῦσε δυὸ τσιγάρα; τοῦ τὰ πήγαινε. Ἕνα πορτοκάλι; κινοῦσε δυὸ ὧρες δρόμο μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ τοῦ τὸ πάει. Ἕνα γραμματάκι ἢ τὰ ρουχαλάκια του. Τοῦ ῾λεγε καμιὰ φορὰ ἡ μάνα του: «Κάτσε σήμερα κι αὔριο πάλι πᾶς...».
»Ὄχι, γιατὶ θὰ μείνει παραπονεμένος..."
»Τὴν ἡμέρα ποὺ γύρισε μὲ τὸν μπόγο τὰ ροῦχα - ὅπως τοῦ τά ῾χε δώσει ἡ μάνα του τά ῾φερε πίσω - "Δὲν τὰ δεχτήκανε", μᾶς εἶπε, κι ἔτρεμε τὸ κατωσάγονό του, "γιατὶ τὸν Πέτρο", λέει, "τὸν πήρανε χθὲς ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι...".
»Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε μόνο. Μὰ τά ῾λεγε τραυλιστά. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν στεγνὰ ἂν καὶ κατακόκκινα. Σ᾿ ὅλο, λέει, τὸ δρόμο, ἔτσι μᾶς εἶπαν, ἔκλαιγε φωναχτά. Ἔκλαιγε κι ἐρχότανε. Μόνο σὰν κοντοζύγωσε στὸ σπίτι, κοίταξε νὰ μεταμορφιστεῖ. Γιὰ μᾶς... Πιάσαμε εὐτὺς τοὺς δρόμους κι οἱ τρεῖς καὶ ρωτούσαμε νὰ μάθουμε. Πήγαμε σὲ ἀστυνομίες, παντοῦ, τίποτα. Νύχτωσε. Ἡ κυκλοφορία ἦταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στὸ σπίτι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τίποτα γιὰ τὸ παιδί... Οὔτε ποῦ τὸν πῆγαν, οὔτε τί τὸν κάνανε... Πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ὁ Τάκης πρῶτος.
»"Θὰ ξαναπάω στὸ Χαϊδάρι", μοῦ λέει ὁ Τάκης μου, "νὰ μάθω...". Γιατί δὲν τὸν ἐμπόδισα; Γιατί τὸν ἄφησα;
»"Τί πιὰ θὰ μάθεις ἀπὸ κεῖ;".
»Ἐγὼ θὰ πάω, κι ἂς ἔχει φύγει... Θυμᾶσαι, πατέρα, ποὺ λέγαμε πότε νὰ τόνε βγάλουν... καὶ λυπόσουν γιὰ μένα, γιὰ τὸν κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, νὰ τὸν ξέραμε τώρα κλεισμένο κεῖ μέσα, καὶ σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ πηγαινοέρχομαι μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι...».
»Τοῦ φώναξε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ δώσει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ποὺ ἔφευγε νηστικό.
»"Δὲ θέλω, δὲ θέλω, δὲν πεινῶ...".
»Αὐτὰ ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπὸ τὸ στόμα του. Μάθαμε πὼς πῆγε πραγματικὰ στὸ Χαϊδάρι, καὶ πὼς κλαίοντας ρωτοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸν Πέτρο. Τί ἔμαθε; Τί τοῦ εἶπαν; Δὲν τὸ ξέρομε...».
Κεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ὁ Τάκης, γυρνώντας ἀπ᾿ τὸ Χαϊδάρι, χτυπήθηκε ἀπὸ γερμανικὸ αὐτοκίνητο καὶ μεταφέρθηκε νεκρὸς πιὰ στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, τὰ Γυμνάσια λειτουργοῦσαν. Οἱ καθηγητὲς ἕνας ἕνας βγαίνανε στὸ διάλειμμα. Οἱ ἄντρες, ὅπως πάντα, βιάζονταν νὰ καπνίσουν, κι οἱ γυναῖκες ἀνάπνεαν βαθιὰ καὶ σιωποῦσαν, καταπονημένες ἀπὸ τὸ μόχθο τῆς διδασκαλίας. Κι ἐκεῖ ἦρθε τὸ μήνυμα γιὰ τὸ συνάδελφό μας: «Τὸ παιδί του βρίσκεται χτυπημένο στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, ὁδὸς Γ´ Σεπτεμβρίου... καὶ νὰ πάει» - σὲ μᾶς εἶπαν μὲ τρόπο πὼς τὸ παιδὶ εἶναι κιόλας νεκρὸ - «μὰ πρῶτα νὰ περάσει ἀπὸ τὸ σπίτι του, νὰ πάρει καὶ τὴ γυναίκα του...».
Ὁ συνάδελφος δὲν εἶχε βγεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὴν τάξη. Περιμέναμε βουβοί, κρατώντας τὴν ἀναπνοή μας, κεῖνο τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας του. Βγῆκε. Κανεὶς δὲν τοῦ μίλησε. Μόνο τὸν κοιτάζαμε. Ἄναψε τσιγάρο κι ἄρχισε νὰ περπατᾶ πάνω-κάτω βυθισμένος. Περιμέναμε. Ἀφήσαμε νὰ τελειώσει τὸ τσιγάρο του. Ἐξαντλήσαμε ὅλο τὸ διάλειμμα. Μὰ ἅμα χτύπησε τὸ κουδούνι, γιὰ εἴσοδο, δὲ σήκωνε πιὰ ἀναβολή. Μιὰ τρυφερὴ καθηγήτρια πῆρε τὸ κουράγιο, στάθηκε κοντά του, τὸν ἀγκάλιασε στοργικὰ καί: «...Σᾶς θένε στὸ σπίτι σας... εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, νὰ πᾶτε τὸ γρηγορότερο στὸ σπίτι σας...». Δὲν τοῦ ἀνάφερε καθόλου γιὰ τὸ παιδὶ καὶ γιὰ Πρώτων Βοηθειῶν...
«Πέστε μου», εἶπε φεύγοντας, βλέποντας τὴ βουβαμάρα, τὴν ταραχή μας, «μήπως ἦρθε εἴδηση πῶς ἐκτελέστηκε ὁ Πέτρος;».
Δὲν ἀποκλείεται, τοῦ λέμε, καθὼς μιλάει γιὰ τὸν Τάκη, νὰ τὸν ἔχουν πράγματι τὸν Πέτρο στείλει στὴ Γερμανία... Κεῖνον τὸν καιρὸ εἶχαν κάμει πολλὲς ἀποστολὲς ἐργατῶν...
«Ὄχι, ὄχι τὸ παιδὶ εἶναι ἐκτελεσμένο... Μὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική μας... δὲν ἀντέχει νὰ κλαίει δυὸ παιδιά... Κλαῖμε μὲ πόνο τὸν Τάκη μας... εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά... σάστισε τὸ παιδί... ζαλίστηκε κι ἔπεσε πάνω στ᾿ αὐτοκίνητο... μόνο τὸν Τάκη κλαῖμε... καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του πὼς ὁ Πέτρος ζεῖ καὶ πὼς μιὰ μέρα θὰ γυρίσει...».
πηγή http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=4647
Έλλη Αλεξίου
Ὁ συνάδελφός μου στὸ Γυμνάσιο περνάει τὴ θλίψη του κοντὰ στὰ ἀνελέητα παιδιά. Τὰ λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς νεότητος. Ὅμως εἶναι μία ἄνθηση σκληρή, ποὺ τρέφεται μόνο μὲ τὸ γέλιο καὶ μὲ τὴ χαρά. Τὴ γεύεται ὅπου τὴ βρίσκει, τὴν τρυγᾶ ἀπ᾿ ὅπου νά ῾ναι καὶ μ᾿ ὅποιον τρόπο νά ῾ναι. Καταπιέζομε μεῖς οἱ καθηγητὲς τὴ χαρά τους. Πνίγομε τὸ γέλιο τους. Ἐνῶ αὐτὰ παλεύουν καὶ ἀντιμάχονται. Καὶ στὸ πάλεμα νικάει ὁ δυνατός. Στὸ Γυμνάσιό μας νικήθηκε αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἄρχισε νὰ παίζει τὸ ρόλο τῆς «Ψυχαγωγίας». Ἔτσι λένε οἱ μαθηταὶ στὸ μάθημά του: «Τώρα ἔχομε ψυχαγωγία». Σ᾿ ὅλα τὰ Γυμνάσια τὸ ἴδιο γίνεται. Ἕνας ἀπ᾿ ὅλους βρίσκεται πάντα ποὺ «αἴρει τὰς ἁμαρτίας» τῶν ἄλλων. Εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀλλήθωρος, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι τσεβδός... Εἴτε ἐπειδὴ τὸν συνοδεύουν οἱ ἀναπηρίες τῶν γηρατειῶν. Εἴτε ἐπειδὴ δυστύχησε. Ἡ δυστυχία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος:
«Ἀλλόκοτο εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μας. Μοῦ κάνει κακὸ καὶ μόνο ν᾿ ἀνοίγω τὸ στόμα μου, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μιλῶ διαρκῶς. Μοῦ κάνει κόπο νὰ βλέπω ἀνθρώπους, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα κεφάλια. Μόνο οἱ εὐτυχισμένοι ἔπρεπε νὰ γίνονται δάσκαλοι. Νὰ ταξιδεύουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ μὲ ἁπλωμένα τὰ πανιὰ στὴ φρενίτιδα τῆς χαρᾶς. Χθὲς μὲ παρακαλοῦσαν νὰ τὰ πάω ἐκδρομή. Ὅλες, μοῦ λέγαν, οἱ τάξεις πηγαίνουν μὲ τοὺς ἑλληνιστές τους. Ἐσεῖς δὲ θὰ μᾶς πᾶτε; Ἂς ζοῦσα μέσα σ᾿ ἕνα ἀκατοίκητο δάσος. Ἂς εἶχα γιὰ ἐπάγγελμά μου νὰ σκάβω τὴ γῆ, ἢ νὰ κάνω ἐπιτέλους λογαριασμούς... Τὰ παιδιὰ θὰ μὲ λένε σίγουρα χαζό... δὲν ξέρω, μὰ ἔτσι θά ῾πρεπε νὰ μὲ λένε...».
Πράγματι ἔτσι τὸν λένε καὶ τὸ ἀποδείχνουν μὲ ἐπιχειρήματα. «Γράφομε μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ μαθηματικά μας, καρφὶ δὲν τοῦ καίγεται...».
«Τρῶμε μπροστά του, κοιμούμαστε, νά, ἔτσι, ἁπλωτοὶ στὸ θρανίο, δέ μας μιλᾶ, μᾶς κοιτάζει σὰ χαζός...».
«Ἐνῶ ἔχομε ἱστορία, ἀρχίζει νὰ μᾶς κάνει λατινικά. Καὶ ἄλλοτε ἀφήνει τὰ λατινικὰ στὴ μέση, καὶ πιάνει τὴν ἱστορία, καὶ τὸ λέει κι ὁ ἴδιος: "Συγνώμη παιδιά, τὸ μυαλό μου πῆρε ἄλλο δρόμο..."».
«Λέει ὅ,τι τοῦ κατεβεῖ. Προχθὲς γράφαμε ἔκθεση. Κεῖνος καθότανε στὴν ἕδρα. Καὶ κεῖ ἄρχισε νὰ μονολογᾶ: "Μπορεῖς νὰ κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; εἴκοσι; ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια οἱ πατριαρχικὲς οἰκογένειες;"».
«Συχνὰ ἀφήνει ὄρθιο μπροστὰ στὸν πίνακα τὸ μαθητὴ ποὺ ἐξετάζει, κι αὐτὸς βγάζει τὸ σημειωματάριό του καὶ γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει... ὡσότου χτυπάει τὸ κουδούνι καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα γιὰ τὸ μαθητή, καὶ δίχως νὰ μᾶς βάλει μάθημα παρακάτω...».
Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ σημειωματάριό του εἶναι γεμάτο ποιήματα. Ἁπλοϊκὰ εἶναι. «Δὲν ξέρω ἀπὸ ποίηση», λέει ὁ ἴδιος, «μά, νά, ἔτσι ξεσπάω... ὁλόκληρη νύχτα πῶς νὰ περάσει...». Κι ὅλα μιλοῦνε γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ λένε Τάκη. Διηγοῦνται τὶς χάρες του. Τὶς ὀμορφιές του. Ἢ περιγράφουν τὸ σπίτι ποὺ ἀπόμεινε σκοτεινό. Ἢ μιλοῦν γιὰ τὰ μισοτελειωμένα του τετράδια καὶ τὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο...
Ποῦ πῆγες καὶ μᾶς ἄφησες στὸ ρημαγμένο σπίτι;
Ἡ μάνα σου σ᾿ ἀποζητᾶ σ᾿ ἀναζητᾶ ὁ πατέρας,
Σὲ περιμένουν τὰ χαρτιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτὸ βιβλίο,
Τάκη μας, πὲς ποῦ βρίσκεσαι γιὰ νά ῾ρθουμε κοντά σου,
Δὲ θέμε νὰ πιστέψουμε πὼς ἔφυγες γιὰ πάντα
Καὶ θὰ σὲ περιμένουμε, νὰ ῾ρθεῖτε μὲ τὸν Πέτρο,
Ἕνας τὸν ἄλλον πιάσετε σφιχτὰ χέρι μὲ χέρι,
Θέτε νὰ ῾ρθεῖτε Κυριακή; Καθημερινή; γιὰ σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Ὅποτε βουληθεῖτε...
Τὶς πόρτες θά ῾βρετ᾿ ἀνοιχτὲς καὶ τοὺς γονιοὺς στὸ πόδι
Κρεβάτι δὲ γευτήκαμε κι ὕπνος δὲ μᾶς ἐπῆρε
Ἀπὸ τὴν ὥρα, Τάκη μου, ποὺ σβήστηκ᾿ ἡ λαλιά σου...
«Τάκη λέγανε τὸ παιδί σας ποὺ ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί;».
«Ὄχι, κεῖνο τὸ λέγανε Πέτρο... Κεῖνος ἦταν ὁ μεγάλος μου γιός. Ἤτανε δεκαεννιὰ χρονῶ... Ὁ Τάκης εἶναι τὸ μικρό. Ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ μάνα του, τὸν Πέτρο δὲν τὸν κλάψαμε. Δὲν τὸν εἴδαμε σκοτωμένο. Τ᾿ ὄνομά του δὲ γράφτηκε πουθενά. Οὔτε οἱ ἐφημερίδες ἀνάφεραν τίποτε. Οὔτε κι οἱ Γερμανοὶ ποὺ πήγαμε καὶ ξαναπήγαμε νὰ μάθουμε ὁριστικὰ πράγματα θελήσανε νὰ μᾶς πληροφορήσουν. Κεῖνο ποὺ ξέρομε σίγουρα εἶναι πὼς τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὶς ὀχτὼ τοῦ Μάη τοῦ 1944, καὶ πὼς ὁ Πέτρος φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον συγκρατούμενο: «Πᾶμε ῾μεῖς». Μὰ γιὰ ποῦ τοὺς πήγαιναν δὲν τοῦ εἶπε. Οὔτε κι ἄφησε σημείωμα, ὅπως κάνανε πολλοί. Καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του, πὼς τοὺς πῆραν ἐργάτες στὴ Γερμανία... καὶ πὼς ζεῖ... καὶ πὼς μιὰ μέρα ὁ Πέτρος μου θὰ γυρίσει... Ἔτσι τὸ λέμε μὲ τὴ μάνα του...».
Σταματᾶ λίγο ὁ συνάδελφος, παίρνει μαντίλι καὶ φτιάχνει, σκουπίζει τὴν ἀλλοιωμένη του ὄψη καὶ συνεχίζει:
«Ἐμεῖς κλαῖμε μόνο τὸν Τάκη. Εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά. Ὁλόκληρο χρόνο μὲ τὴν πείνα, μέσα στὴ σκόνη, στὴ ζέστη... Ὕστερα ἅμα πιάσανε τὰ κρύα, μὲ τὶς βροχές, μὲ τὰ χιόνια, πηγαινοερχότανε μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι γιὰ τὸν Πέτρο. Οἰκονομοῦσε δυὸ τσιγάρα; τοῦ τὰ πήγαινε. Ἕνα πορτοκάλι; κινοῦσε δυὸ ὧρες δρόμο μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ τοῦ τὸ πάει. Ἕνα γραμματάκι ἢ τὰ ρουχαλάκια του. Τοῦ ῾λεγε καμιὰ φορὰ ἡ μάνα του: «Κάτσε σήμερα κι αὔριο πάλι πᾶς...».
»Ὄχι, γιατὶ θὰ μείνει παραπονεμένος..."
»Τὴν ἡμέρα ποὺ γύρισε μὲ τὸν μπόγο τὰ ροῦχα - ὅπως τοῦ τά ῾χε δώσει ἡ μάνα του τά ῾φερε πίσω - "Δὲν τὰ δεχτήκανε", μᾶς εἶπε, κι ἔτρεμε τὸ κατωσάγονό του, "γιατὶ τὸν Πέτρο", λέει, "τὸν πήρανε χθὲς ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι...".
»Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε μόνο. Μὰ τά ῾λεγε τραυλιστά. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν στεγνὰ ἂν καὶ κατακόκκινα. Σ᾿ ὅλο, λέει, τὸ δρόμο, ἔτσι μᾶς εἶπαν, ἔκλαιγε φωναχτά. Ἔκλαιγε κι ἐρχότανε. Μόνο σὰν κοντοζύγωσε στὸ σπίτι, κοίταξε νὰ μεταμορφιστεῖ. Γιὰ μᾶς... Πιάσαμε εὐτὺς τοὺς δρόμους κι οἱ τρεῖς καὶ ρωτούσαμε νὰ μάθουμε. Πήγαμε σὲ ἀστυνομίες, παντοῦ, τίποτα. Νύχτωσε. Ἡ κυκλοφορία ἦταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στὸ σπίτι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τίποτα γιὰ τὸ παιδί... Οὔτε ποῦ τὸν πῆγαν, οὔτε τί τὸν κάνανε... Πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ὁ Τάκης πρῶτος.
»"Θὰ ξαναπάω στὸ Χαϊδάρι", μοῦ λέει ὁ Τάκης μου, "νὰ μάθω...". Γιατί δὲν τὸν ἐμπόδισα; Γιατί τὸν ἄφησα;
»"Τί πιὰ θὰ μάθεις ἀπὸ κεῖ;".
»Ἐγὼ θὰ πάω, κι ἂς ἔχει φύγει... Θυμᾶσαι, πατέρα, ποὺ λέγαμε πότε νὰ τόνε βγάλουν... καὶ λυπόσουν γιὰ μένα, γιὰ τὸν κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, νὰ τὸν ξέραμε τώρα κλεισμένο κεῖ μέσα, καὶ σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ πηγαινοέρχομαι μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι...».
»Τοῦ φώναξε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ δώσει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ποὺ ἔφευγε νηστικό.
»"Δὲ θέλω, δὲ θέλω, δὲν πεινῶ...".
»Αὐτὰ ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπὸ τὸ στόμα του. Μάθαμε πὼς πῆγε πραγματικὰ στὸ Χαϊδάρι, καὶ πὼς κλαίοντας ρωτοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸν Πέτρο. Τί ἔμαθε; Τί τοῦ εἶπαν; Δὲν τὸ ξέρομε...».
Κεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ὁ Τάκης, γυρνώντας ἀπ᾿ τὸ Χαϊδάρι, χτυπήθηκε ἀπὸ γερμανικὸ αὐτοκίνητο καὶ μεταφέρθηκε νεκρὸς πιὰ στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, τὰ Γυμνάσια λειτουργοῦσαν. Οἱ καθηγητὲς ἕνας ἕνας βγαίνανε στὸ διάλειμμα. Οἱ ἄντρες, ὅπως πάντα, βιάζονταν νὰ καπνίσουν, κι οἱ γυναῖκες ἀνάπνεαν βαθιὰ καὶ σιωποῦσαν, καταπονημένες ἀπὸ τὸ μόχθο τῆς διδασκαλίας. Κι ἐκεῖ ἦρθε τὸ μήνυμα γιὰ τὸ συνάδελφό μας: «Τὸ παιδί του βρίσκεται χτυπημένο στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, ὁδὸς Γ´ Σεπτεμβρίου... καὶ νὰ πάει» - σὲ μᾶς εἶπαν μὲ τρόπο πὼς τὸ παιδὶ εἶναι κιόλας νεκρὸ - «μὰ πρῶτα νὰ περάσει ἀπὸ τὸ σπίτι του, νὰ πάρει καὶ τὴ γυναίκα του...».
Ὁ συνάδελφος δὲν εἶχε βγεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὴν τάξη. Περιμέναμε βουβοί, κρατώντας τὴν ἀναπνοή μας, κεῖνο τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας του. Βγῆκε. Κανεὶς δὲν τοῦ μίλησε. Μόνο τὸν κοιτάζαμε. Ἄναψε τσιγάρο κι ἄρχισε νὰ περπατᾶ πάνω-κάτω βυθισμένος. Περιμέναμε. Ἀφήσαμε νὰ τελειώσει τὸ τσιγάρο του. Ἐξαντλήσαμε ὅλο τὸ διάλειμμα. Μὰ ἅμα χτύπησε τὸ κουδούνι, γιὰ εἴσοδο, δὲ σήκωνε πιὰ ἀναβολή. Μιὰ τρυφερὴ καθηγήτρια πῆρε τὸ κουράγιο, στάθηκε κοντά του, τὸν ἀγκάλιασε στοργικὰ καί: «...Σᾶς θένε στὸ σπίτι σας... εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, νὰ πᾶτε τὸ γρηγορότερο στὸ σπίτι σας...». Δὲν τοῦ ἀνάφερε καθόλου γιὰ τὸ παιδὶ καὶ γιὰ Πρώτων Βοηθειῶν...
«Πέστε μου», εἶπε φεύγοντας, βλέποντας τὴ βουβαμάρα, τὴν ταραχή μας, «μήπως ἦρθε εἴδηση πῶς ἐκτελέστηκε ὁ Πέτρος;».
Δὲν ἀποκλείεται, τοῦ λέμε, καθὼς μιλάει γιὰ τὸν Τάκη, νὰ τὸν ἔχουν πράγματι τὸν Πέτρο στείλει στὴ Γερμανία... Κεῖνον τὸν καιρὸ εἶχαν κάμει πολλὲς ἀποστολὲς ἐργατῶν...
«Ὄχι, ὄχι τὸ παιδὶ εἶναι ἐκτελεσμένο... Μὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική μας... δὲν ἀντέχει νὰ κλαίει δυὸ παιδιά... Κλαῖμε μὲ πόνο τὸν Τάκη μας... εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά... σάστισε τὸ παιδί... ζαλίστηκε κι ἔπεσε πάνω στ᾿ αὐτοκίνητο... μόνο τὸν Τάκη κλαῖμε... καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του πὼς ὁ Πέτρος ζεῖ καὶ πὼς μιὰ μέρα θὰ γυρίσει...».
πηγή http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=4647
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Ευχαριστούμε, Κώστα...
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
ΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Μέλπω Αξιώτη
Ήταν χειμώνας. Παγωνιά. Μήτε ραδίκι δεν ξεφύτρωνε. Μήτε ένα γέλιο δε διαγραφόταν. Η γη είχε καταξεραθεί. Βρέχει με το τουλούμι. Κανόνια γιόμιζαν τον ουρανό. Μήτε να βγάλει το άρβυλο να πέσει ο κάπτα-Νίκος. Μήτε να ξαναθυμηθεί τις επιστήμες και τα γράμματα. Μόνο για να νεκροφιλήσεις απόμενε λίγος καιρός. Μόνο για ν’ αποχαιρετήσεις ένα ένα πράμα που ’φευγε.
Εκείνη την ημέρα ήρθε η σειρά του λοχαγού. Ήταν μια στενή κάμαρα μ’ ένα κερί που όλο κι έλιωνε απάνω στα ποδάρια του. Κι ο λοχαγός καταμεσής νεκρός, κι εκοίταγε κατά τη δύση. Και πριν να λιώσει το κερί να σκοτεινιάσει ολότελα, κάμποσοι φίλοι εβάδιζαν κι έσκυβε ένας ένας και τον αποχαιρέταγε. Την ώρα αυτή που κίναγε στο αιώνιο ταξίδι.
Μπήκε κι ο κάπτα-Νίκος τότε, και το κερί ετρεμόσβηνε πάνω στη μούρη του νεκρού, κι είχε ξεχάσει ολότελα εκείνον τον καιρό τις επιστήμες και τα γράμματα και πως υπάρχουν ζωντανοί κι αγάπες και φθινόπωρα, κι έβλεπε μόνο εμπρός του το νεκρό λοχαγό.
Μεμιάς τα μάτια του εφουριάσανε. Μια λάμψη σα να τα ’ζωσε. Ένα φως σα να πήδησε μες στο μικρό σκοτάδι και του ’κλεισε τα βλέφαρα. Δίπλα στον πεθαμένο, μια σπιθαμή στα πόδια του, απάνω στα σανίδια, ακίνητη σαν άγαλμα, φρουρός μαζί κι εκδικητής, καθότανε η Μαρία, μες στην ασκήμια της και τα κουρέλια της, με το ντουφέκι του νεκρού κρατώντας το ωσάν λάβαρο, στραμμένο προς τ’ ανάστροφα, αμίλητο κι ακίνητο, και μες στην κάνη που έχασκε είχε καρφώσει ένα περίφημο κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήταν σημάδι φανερό ενός μεγάλου έρωτα. Που ποτέ δεν ειπώθηκε. Το πρώτο της και το έσχατο.
Ο κάπτα-Νίκος ξέχασε ότι ήτανε Δεκέμβρης, χειμώνας, παγωνιά, που ραδίκι δε φύτρωνε, που γέλιο δε διαγραφόταν, που κανόνια σκοτώνανε, που τα κεριά ετρεμόσβηναν, που μάνες μοιρολόγαγαν, που ’βρεχεν ασταμάτητα, και μονομιάς θυμήθηκε ότι υπάρχαν ζωντανοί κι αγάπες και φθινόπωρα και γράμματα και γέλιο και κόκκινο τριαντάφυλλο που ’χε τη δύναμη κι εφύτρωσε στην καρδιά του Δεκέμβρη.
Κι έτσι από τότε πάλι εβρήκαμε, πάνω στην ώρα που τη χάναμε, την πίστη στη ζωή. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο φώτισε την απόγνωση του κουρασμένου ανθρώπου.
Μέλπω Αξιώτη
Ήταν χειμώνας. Παγωνιά. Μήτε ραδίκι δεν ξεφύτρωνε. Μήτε ένα γέλιο δε διαγραφόταν. Η γη είχε καταξεραθεί. Βρέχει με το τουλούμι. Κανόνια γιόμιζαν τον ουρανό. Μήτε να βγάλει το άρβυλο να πέσει ο κάπτα-Νίκος. Μήτε να ξαναθυμηθεί τις επιστήμες και τα γράμματα. Μόνο για να νεκροφιλήσεις απόμενε λίγος καιρός. Μόνο για ν’ αποχαιρετήσεις ένα ένα πράμα που ’φευγε.
Εκείνη την ημέρα ήρθε η σειρά του λοχαγού. Ήταν μια στενή κάμαρα μ’ ένα κερί που όλο κι έλιωνε απάνω στα ποδάρια του. Κι ο λοχαγός καταμεσής νεκρός, κι εκοίταγε κατά τη δύση. Και πριν να λιώσει το κερί να σκοτεινιάσει ολότελα, κάμποσοι φίλοι εβάδιζαν κι έσκυβε ένας ένας και τον αποχαιρέταγε. Την ώρα αυτή που κίναγε στο αιώνιο ταξίδι.
Μπήκε κι ο κάπτα-Νίκος τότε, και το κερί ετρεμόσβηνε πάνω στη μούρη του νεκρού, κι είχε ξεχάσει ολότελα εκείνον τον καιρό τις επιστήμες και τα γράμματα και πως υπάρχουν ζωντανοί κι αγάπες και φθινόπωρα, κι έβλεπε μόνο εμπρός του το νεκρό λοχαγό.
Μεμιάς τα μάτια του εφουριάσανε. Μια λάμψη σα να τα ’ζωσε. Ένα φως σα να πήδησε μες στο μικρό σκοτάδι και του ’κλεισε τα βλέφαρα. Δίπλα στον πεθαμένο, μια σπιθαμή στα πόδια του, απάνω στα σανίδια, ακίνητη σαν άγαλμα, φρουρός μαζί κι εκδικητής, καθότανε η Μαρία, μες στην ασκήμια της και τα κουρέλια της, με το ντουφέκι του νεκρού κρατώντας το ωσάν λάβαρο, στραμμένο προς τ’ ανάστροφα, αμίλητο κι ακίνητο, και μες στην κάνη που έχασκε είχε καρφώσει ένα περίφημο κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήταν σημάδι φανερό ενός μεγάλου έρωτα. Που ποτέ δεν ειπώθηκε. Το πρώτο της και το έσχατο.
Ο κάπτα-Νίκος ξέχασε ότι ήτανε Δεκέμβρης, χειμώνας, παγωνιά, που ραδίκι δε φύτρωνε, που γέλιο δε διαγραφόταν, που κανόνια σκοτώνανε, που τα κεριά ετρεμόσβηναν, που μάνες μοιρολόγαγαν, που ’βρεχεν ασταμάτητα, και μονομιάς θυμήθηκε ότι υπάρχαν ζωντανοί κι αγάπες και φθινόπωρα και γράμματα και γέλιο και κόκκινο τριαντάφυλλο που ’χε τη δύναμη κι εφύτρωσε στην καρδιά του Δεκέμβρη.
Κι έτσι από τότε πάλι εβρήκαμε, πάνω στην ώρα που τη χάναμε, την πίστη στη ζωή. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο φώτισε την απόγνωση του κουρασμένου ανθρώπου.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
Αυτό... μόνο....
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9721
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Λογοτεχνικό καφενείο
ΔΑΚΡΥ ΣΤΟ ΦΙΔΙ
Βουτηράς Δημοσθένης
Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.
Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.
Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.
-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...
-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.
-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;
-Ακούς λέει!...
Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.
-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;
-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...
Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.
Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.
Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.
Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.
Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.
-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.
Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του
-Τι γυρεύεις;
-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.
-Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...
Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.
Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:
-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...
-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;
-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.
Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:
-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...
Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.
-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...
-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.
-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...
Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.
-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.
-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.
-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;
-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!
Αυτοί σηκωθήκανε:
-Δε θά ΄ρθεις;
-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.
- -Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.
Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.
Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...
Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...
Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.
Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.
-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...
Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.
Λύπη μεγάλη του ήρθε:
-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα
καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...
Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.
Από τη συλλογή Όνειρο που δεν τελειώνει και άλλα διηγήματα
Το κείμενο ψηφιοποιήθηκε διά χειρός μπλιδίου
Βουτηράς Δημοσθένης
Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.
Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.
Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.
-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...
-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.
-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;
-Ακούς λέει!...
Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.
-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;
-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...
Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.
Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.
Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.
Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.
Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.
-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.
Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του
-Τι γυρεύεις;
-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.
-Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...
Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.
Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:
-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...
-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;
-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.
Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:
-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...
Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.
-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...
-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.
-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...
Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.
-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.
-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.
-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;
-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!
Αυτοί σηκωθήκανε:
-Δε θά ΄ρθεις;
-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.
- -Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.
Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.
Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...
Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...
Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.
Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.
-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...
Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.
Λύπη μεγάλη του ήρθε:
-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα
καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...
Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.
Από τη συλλογή Όνειρο που δεν τελειώνει και άλλα διηγήματα
Το κείμενο ψηφιοποιήθηκε διά χειρός μπλιδίου
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
Μέλη σε σύνδεση
Μέλη σε αυτήν τη Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 4 επισκέπτες