Λογοτεχνικό καφενείο

Το κομμάτι του forum για να συζητήσετε ότι σας προβληματίζει ή απασχολεί στην καθημερινότητα σας, ή να κάνετε ένα διάλειμμα.
Άβαταρ μέλους
κώστας
Δημοσιεύσεις: 9611
Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
Επικοινωνία:

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από κώστας » Τρί Αύγ 13, 2024 1:36 pm

Τ΄ΟΜΟΡΦΟ ΧΩΡΙΟ
Αργύρης Εφταλιώτης


Τ’ άκουγε ο μικρός ο Παυλής πως είχε ένα όμορφο χωριό ως μιάμιση ώρα από το δικό του πίσω από τ’ αντικρυνό το βουνό, και το λόγιαζε με βαθιά λαχτάρα και με κάμποση στενοχώρια το βουνό εκείνο, που του ’κρυβε το χωριό και δεν τον άφηνε να δει από μακριά μήτε σπίτια μήτε παράθυρα ν’ αντιφέγγουνε με το βασίλεμα του ήλιου, καθώς γυάλιζαν άλλα χωριά σε όρη πιο μακρινότερα. Και το είχε καημό στα δεκάξι του χρόνια που δεν τον αφήνανε να πεταχτεί και να πάει να το σεργιανίσει ή μονάχος του ή και με σύντροφο, τώρα που ήταν κι ο δρόμος αμαξωτός· παρά μόλις ύστερ’ από μήνες και μήνες παρακάλια έστερξαν οι γονιοί του να ξεκινήσει με το νονό του, που είχε φίλους εκεί και συχνοπήγαινε για να τους βλέπει.

Μέτρο δεν είχε τότες η χαρά του Παυλή. Μήτε στον Άγιο Τάφο να πήγαινε. Κι άξιζε στ’ αλήθεια να ονειρεύεται τ’ όμορφο το χωριό, γιατί, άφησε που τα σπίτια του στέκουνταν το καθένα και στο περιβόλι του μέσα μέσα, άφησε που τρεχάμενα νερά το δρόσιζαν κι ακούραστα αηδόνια το γλέντιζαν, ήταν κι οι κάτοικοι του πιο ανοιχτόκαρδοι από τους χωριανούς του Παυλή, γεννημένους σε τόπο πιο γυμνό και πιο βουνίσιο, που λεμονιά κι α φύτρωνε, μήτε να φουντώσει μήτε να λουλουδίσει δε δύνουνταν.

Ξεκίνησε Παυλής και νονός από το σπίτι πρωί πρωί, πρι να πλακώσει το κάμα. Περπατάμενοι κι οι δυο τους. Ένα ζεμπίλι σε ραβδί περασμένο, μια ο ένας στον ώμο του μια ο άλλος, και πηγαίνανε.

Στο μισό το δρόμο, κατά την Αγία Λεμονή, ρημοκλήσι ανάμεσα στα δυο τα βουνά (ήτανε δυο τα βουνά, και όχι ένα καθώς φαίνουνταν από μακριά) μέσα στις λυγαριές, τις ασπαρτιές και τα μύρα, άνοιξαν το ζεμπίλι και τσίμπησαν κάτι δίπλα σε κρύα βρυσούλα.

Δεν μπορούσε ως τότε ο Παυλής να καλοκαθίσει και πολλήν ώρα· κάθε λίγο και κοίταζε κατά τ’ όμορφο το χωριό, ρωτώντας το νονό του πόσους γύρους ακόμα κάμνει ο δρόμος κι από που θα πρωτοφανούνε τα σπίτια.

— Άλλη μισή ώρα και θα προβάλει το χωριό σαν κοπέλα μπροστά μας.

Ο δρόμος τώρα κι ομπρός άλλαζε κάθε τόσο. Μια λιόδεντρα, μια χωράφια, κι άξαφνα μήτε λιόδεντρα μήτε χωράφια, παρά θεόρατοι λαξεμένοι βράχοι από την κάθε πλευρά. Και καθώς διαβαίνανε, μήτε πενήντα βήματα μπροστά τους δε βλέπανε με το να γύριζε ο δρόμος πότε δεξά πότε ζερβά στα βουνίσια εκείνα τα μέρη.

— Άλλη μια θα γυρίσουμε και θα φανεί το χωριό, λέει ο νονός του Παυλή.

Βγήκανε δεν βγήκανε από το λαξευτό το δρόμο, και ξεφυτρώνει μπροστά τους πεντάμορφη θέα. Κάμπος βαθύς και δεντροσκέπαστος, βουνά παρακείθε αραδιασμένα σαν κύματα γιγαντένια, από τα δεξά γάλα η θάλασσα με δυο ρημονήσια παράπλευρα στη στεριά, δίπλα στ’ ακρογιάλι τ’ όμορφο το χωριό, που φέγγανε τα σπίτια του σα γλάστρες με τα λουλούδια, και τέλος καταμεσής στα σπίτια εκείνα—παράξενο θάμα!—βράχος που στεκότανε σαν κολοσσός δίχως ταίρι, ουρανόγγιχτος κολοσσός, μήτε τέχνη μήτε συμμετρία, κι ωστόσο μεγαλείο που σ’ έκαμνε και τόνε σεβούσουνα. Κι απάνω απάνω στου Κολοσσού την κορφή μεγάλη κατάλευκη Εκκλησιά, κι απάνω στην Εκκλησιά το Καμπαναριό, κάτασπρο κι αυτό, λαφρόστεκο και χαριτωμένο.

Τ’ άκουσε αυτά πολλές φορές ο Παυλής και τα πρόσμενε· μα τόση δα πάλι ομορφιά δεν την έλπιζε. Ο καταμεσινός μάλιστα ο βράχος, ο μονόπετρος εκείνος ο δράκος, που μέσα στην αντηλιά φαινότανε σα σύννεφο, σαν καπνός, με την εκκλησιά σαν κορώνα στημένη στην περήφανη του κορφή, τέτοιο πράμα δεν το χώρειε η φαντασία του.

Στάθηκε ο Παυλής και τήραγε την τόση τη χάρη, τήραγε το χωριό, τον κάμπο, το πέλαγο, και τα δυο τα ρημονήσια, τις βαρκούλες και τα περάματα στα βάθια του κόρφου, και του φάνηκαν όλα σαν κόσμος καινούργιος, και το καίγουνταν που δεν ήρθε πρωτύτερα να τον ανακαλύψει αυτόν τον καινούργιο τον κόσμο, και το παραξενεύουνταν, πώς γίνεται να πηγαινοέρχουνται τόσοι και τόσοι από τ’ όμορφο το χωριό, και να μην έρθει κανένας τρελαμένος από τα μάγια του και με το ζόρι να τους πάρει και να τους δείξει τ’ όμορφο το χωριό!

Ροβόλησαν τον κατήφορο βιαστικά βιαστικά, και χωρίς να το νοιώσουνε βρεθήκανε ολόμπροστα στο χωριό. Τα παρατηρούσε όλα ο Παυλής μ’ αχόρταγη δίψα. Έβλεπε τα καταπράσινα περιβόλια, τις πορτοκαλιές, τα νόστιμα τα σπιτάκια, τα χωριατόπουλα που παραιτούσανε τα παιχνίδια τους και στεκόντανε να σεργιανίσουν τους ξένους, τις χωριατοπούλες που κρυφόσκυβαν από τα παράθυρα να τους καλοκοιτάξουνε διάβηκε τέλος και πλάγι του βράχου, και το καλοξέτασε το πέτρινο το θεριό, τ’ αμέτρητα τα λιθάρια που κρεμιούνταν από τις ράχες του, άλλα σα χτισμένα απ’ ανθρώπινο χέρι, άλλα, σα να τα ’βαλε ξεπίτηδες ο Θεός για να φοβερίζει τους αμαρτωλούς από κάτω· είδε και τη λιθόχτιστη τη σκάλα με τα σιδερένια τα κάγκελα που ανέβαιναν οι Χριστιανοί στους Σπερνούς και στις Λειτουργίες—τα καμάρωσε όλα από κοντά και τα θάμασε, και θ’ ανέβαινε δίχως άλλο να προσκυνήσει κι αυτός, μόνο που ο ήλιος τους παράδερνε τώρα κι ήταν κι οι δυο τους αποσταμένοι. Τραβήξανε λοιπόν κατά το φόρο, και κει πέρα σε φιλικό μαγαζί καθίσανε να ξεκουραστούν και να δροσιστούνε με το κρυόνερο που ’τρεχε στη μέση του φόρου, πρι να ξεκινήσουν κατά το σπίτι του αρχόντου του Μαυρουδή που τους είχε προσκαλεσμένους.

Σαν αποξεκουράστηκαν και δηγήθηκε στους χωριανούς ο νονός τα νέα που διάβασε στην Αμάθεια (έτσι την έλεγε την «Αμάλθεια»), σηκώθηκαν και τράβηξαν κατά του κυρ-Μαυρουδή.

Ήταν το σπίτι αυτό από την άλλη την άκρη σε ξέχωρο μέρος, με πατώματα όχι πιότερα από δυο, μα αερικό, ολόδροσο, αυλή μαρμαρόστρωτη μέσα, παράθυρα και θύρες ορθάνοιχτες από κάθε μεριά, που οπόθε κι αν κοίταζες έβλεπες το λαχταριστό περιβόλι.

Κατάμπροστα στη μεγάλη τη θύρα κάτω από πηχτόφυλες κληματαριές αντίκρυ στις πιο φουντωμένες πορτοκαλιές, με το σεντριβάνι στη μέση που μέρα νύχτα ξετίναζε τ’ άργυρά του νερά, εκεί κάθουνταν ο κυρ-Μαυρουδής, και με το κομπολόγι στο χέρι έδινε προσταγές του Περιβολάρη. Εκεί τον ανταμώσανε, Παυλής και νονός. Προσηκώθηκε ο άρχοντας, τους καλωσόρισε, και τους κάθισε πλάγι του.

Ως πενήντα πέντε χρονών άνθρωπος ο κυρ-Μαυρουδής. Ανοιχτόκαρδος, πρόσχαρος. Τίποτις δεν τόνε χολόσκανε, όλα στο χωρατό συνήθιζε και τα γύριζε. Αγκαλά και τι έννοιες τις είχε! Άλλο τίποτις αμπελοχώραφα και περιβόλια στον κάμπο, όμορφο σπίτι, ένα κοριτσάκι ακόμα πιο όμορφο ό,τι πατούσε τα δεκατρία, και τη γυναίκα του. Η γυναίκα του θα πείτε σα δύστροπη· μα το κορίτσι είχε πάρει από τον πατέρα κι όχι από τη μάνα. Όλη του λοιπόν η αγάπη στη Σμαράγδα του καταστάλαξε. Όσο για τη μάνα της την Αμερισούδα, για λόγου της άλλο δεν είχε παρά μαριόλικο χαμογέλιο κάθε φορά που αρχινούσε λογομαχητά, πότε με παρακόρες, πότε με γειτόνισσες, και κάποτες και με τη μικρή. Με τον ίδιο τον γέρο πολλά λόγια δεν είχε η αρχόντισσα. Το χαμογέλιο του εκείνο τήνε σκότωνε.

Σαν καθίσανε στο πεζούλι και τα λέγανε, βγήκε κι η Μαυρουδού με την κόρη της και καλωσόρισαν τους μουσαφιρέους. Έγιναν τ’ ανερωτήματα, είπε ο Παυλής τα μηνύματα της μετέρας του, πήρε κι ο γέρος την κόρη στα γόνατά του, ρωτώντες την αν το γνώριζε τ’ όμορφο εκείνο τ’ αγόρι. Αυτού απάνω στραβομουριάζει η Μαυρουδού και τραβιέται μέσα, τάχα να φέρει το δίσκο. Ήρθε ωστόσο και ο δίσκος με το νεράντζι, ήρθε κι ο αναπόφευγος ο καφές. Κατόπι άνοιξαν απέραντες ομιλίες οι γέροι για τα δημοτικά τους, φόρους, κρίσες, διαθήκες, το ’να, τ’ άλλο, και σ’ αυτό το μεταξύ ξαναμπήκε η γριά να δώσει χέρι στις παρακόρες, να γίνει της ανθρωπιάς το φαΐ. Μείναντας έτσι μονάχος ο Παυλής άρχισε να κόβει γύρους στο περιβόλι. Βλέποντάς τον η μικρή αναπηδάει κι αυτή και τρέχει σιμά του. Κι αφορμή από τα χρυσοκόκκινα τα ψάρια που κολυμπούσανε στου σαντριβανιού την ολοστρόγγυλη γούρνα, άρχισαν κι αυτοί τα λόγια, πρώτα λίγα λίγα και κοντουλά, κατόπι σαν πιότερα, ώσπου ξεθάρρεψαν και γελούσαν κιόλας απάνω στην ομιλία.

Τους κοίταζε ο κυρ-Μαυρουδής από την πεζούλα κι έλεγε του νονού.

— Να ζευγάρι για προξενιά! Ένα λόγο από τη μάνα του, και με πιάνεις.

— Μα δε βλέπεις, κυρ-Μαυρουδή, τι μωρό που είναι ακόμ’ αυτός;

Κι ήτανε στ’ αλήθεια μωρό ακόμα ο Παυλής, κι ας ήτανε και δεκάξι.

Η μικρή σβέλτα, γελαστή, και μισωριμασμένη σαν την αγορίδα ό,τι φουσκώνει, του λαλούσε και του γλυκογελούσε με μάτια όσο μαύρα, τόσο και λαμπερά. Ο ξανθουλός όμως, ο ντροπαλός ο Παυλής, την κοίταζε σα να ήταν αυτός κορίτσι, κι άμα της ξανοίγουνταν κρυφόβλεπε και τους γέρους, μην τύχει και δεν το ’κριναν εύλογο να παρακουβεντιάζει με τη μικρή.

Από λόγο σε λόγο, από δέντρο σε δέντρο, βρέθηκαν ακόμα παραόξω, κρύφτηκαν από τους γέρους, κι άλλο πια δεν έβλεπαν του σπιτιού παρά τ’ απάνω τα παράθυρα. Κυνηγούσανε πεταλούδες, παραμόνευαν πουλιά, γυρεύανε να ξετρυπώσουν τον τζίτζικα που τους ξεκούφαινε από παράμερη συκαμινιά, κι απάνω σ’ αυτή τη λαχτάρα τους ήρθε να σκαλώσουν το δέντρο και να δούνε τον τζίτζικα. Τ’ αντροκόριτσο η Σμαράγδα άρχισε αυτή πρώτη. Ό,τι έκαμνε όμως να σκαρφαλώσει, πετάει η μάνα της από το παράθυρο μια φωνή.

— Να ’ρθεις μέσα και σε θέλω, Σμαράγδα!

Πηδάει κάτω η Σμαράγδα, σιάζει τα μαλλιά της, και δρόμο.

Μείναντας μονάχος του ο Παυλής και στενοχωρημένος που έγινε αφορμή να τη μαλώσουνε τη μικρή, τι να κάμει, τραβάει προς τους γέρους. Οι γέροι όμως ακόμα τα δικά τους. Σα να μην ένοιωσαν αυτοί τίποτις. Ξαναρχίζει λοιπόν τις βόλτες, παίρνει γύρω το σπίτι να δει και το πίσω το περιβόλι. Στάθηκε κει και τήραγε τον απέραντο κάμπο και τ’ ατέλειωτα τα βουνά. Και καθώς τα κοίταζε σαν ονειριασμένος, ακούγει από πάνω κλάματα και φωνές. Μισοπνιγμένες φωνές, μισοπνιγμένα κλάματα· κάθε τόσο και θυμωμένο ξεφωνητό γυναικίσιο, που ανεβοκατέβαινε μαζί με τις χτυπησιές· μαζί με το ξεφωνητό ανεβοκατέβαινε και το κλάμα.

Ήταν η μάνα, και την έδερνε τη Σμαράγδα που ξεθαρρεύτηκε τόσο.

Ταράχτηκε ο μικρός, δε βαστούσε να τ’ ακούγει το σπαραχτικό αυτό φωνοκόπι. Του τα ’σκιζε τα συκώτια του. Αποτραβιέται σε κάτι μυρτιές μέσα μονάχος, αθώρητος. Με κεφάλι σκυμμένο στέκουνταν εκεί και το ’κλαιγε το κορίτσι που βασανίζουνταν εξαιτίας του. Έμεινε εκεί κάμποσο. Κι όσο το συλλογιούνταν πως παιδεύτηκε η Σμαράγδα με το να γύρεψε να του δείξει φιλία, άλλο τόσο την πονούσε, άλλο τόσο την αγαπούσε τη δόλια τη μικρούλα.

Σαν πέρασαν τα κλάματα κι οι ραβδιές, άλλο πια δεν άκουγε ο Παυλής παρά τα γέρικα τα μουρμουρητά από μπρος, πουλιά και τζιτζίκους στα δέντρα, πετεινούς κι ορνίθια στη γειτονιά, και τα περονομάχαιρα που χτυπούσανε στρώνοντας το τραπέζι στη μεγάλη την κάμαρα.

Φωνάζει άξαφνα ο νονός του, πού γυρίζει μέσα στον ήλιο. Σφουγγίζει τα μάτια, του ο Παυλής, και ξεκινώντας ρίχτει ματιά κατά τ’ απάνω προς την πισινή τη μεριά του σπιτιού. Και τι να δει; Τη Σμαράγδα κλαμένη, ταπεινωμένη, απελπισμένη! Τραβιέται το κορίτσι αμέσως να μη φανεί. Εκείνος ωστόσο το είδε, το πόνεσε, και ζωγραφιούνταν ο πόνος του στην όψη του όλη. Την αγαπούσε πια ο Παυλής τη Σμαράγδα.

Έρχεται μεσημέρι, καθίζουνε στο φαΐ. Τραπέζι μουσαφίρικο. Έβγαλε ο κυρ-Μαυρουδής το πιο παλιό του κρασί, παράθεκε η κερα-Μαυρουδού τα πιο ορεχτικά φαγητά της. Η μικρή στο πλάγι της μάνας της, ο Παυλής κι ο νονός αντικρύ. Της Σμαράγδως τα δάκρυα στεγνωμένα πια τώρα. Αγκαλά συμμαζεμένη πάντα με της μάνας της την όψη τη σοβαρή. Δεν πολυβάσταξε ωστόσο ο συμμαζεμός αυτός της μικρής· ήξερε να την ξαναφέρνει στα νερά του ο γέρος, κι οι νοστιμιές του έπαιρναν κι έδιναν πάλι.

— Έλα τώρα να μας πιεις κι ένα κρασί στην υγειά του Παυλή, της κάνει δίνοντάς της ποτήρι.

Το παίρνει η μικρή το ποτήρι, κι ό,τι έκαμε ν’ ανοίξει το στόμα της αλλαξοθωρίζει. Κάτω το ποτήρι κι αναβλέπει τη μάνα. Σύννεφο η μάνα κι αστροπελέκι. Της είχε κρυφοπατήσει το πόδι της κόρης της μην τύχει και ξεστομίσει τίποτις άπρεπο, κι έτσι την τρόμαξε τη μικρή.

Ο νονός αντίκρυ, που την ήξερε τη νοικοκερά, άνοιξε αμέσως κουβέντα με τον Παυλή για το βράχο, ως πόσα σκαλοπάτια μαθές να ’χει. Πού να τα ξεκολλήσει όμως τώρα τα μάτια, του από τη Σμαράγδα ο σαστισμένος ο Παυλής! Τ’ απομάντεψε το τι έτρεξε, και ντρέπουνταν αυτός για την κόρη. Δεν τα ’χασε όμως κι ολότελα, παρά παίρνει ποτήρι και λέει να πιούνε πρώτα στην υγειά της Σμαράγδας! Δώσ’ του τότες κάχλανα ο κυρ-Μαυρουδής! Με πρόσωπο ολόπυρο από τα γκαρδιακά του τα γέλια αρπάζει ποτήρι ο γέρος, και φωνάζει πως άμποτες να τόνε δει τον Παυλή και γαμπρό της Σμαράγδας του·

Μύριες θωριές η Αμερισούδα! Όσο συνηθισμένα και να τα είχε τα γέλια του γέρου, τώρα πια της μπαίνανε στα στήθια σαν αλύπητες μαχαιριές. Αυτή μαθές να γυρεύει να κυβερνήσει την κόρη της, κι ο πατέρας της να την αρρεβωνιάζει κιόλας έτσι μωρό παιδί μ’ άλλο μωρό παιδί στο τραπέζι απάνω, αυτό να το καταπιεί δεν δενήθηκε. Το φυσούσ’ αυτό και δεν κρύωνε. Άλλαζε κι όλο άλλαζε χρώματα. Κόλλησαν τα χείλη της, κι ανοιγόκλειαν τα ρουθούνια της. Της κατεβαίνει άξαφνα σα ζαλάδα. Ακουμπάει κατά τα πίσω με χέρια σφιγμένα, πείσμα γεμάτα. θολώνουν τα μάτια της, κομπώνει ο λαιμός της, κι απομένει ασάλευτη.

Την κοίταξαν όλοι τρομαγμένοι.

— Λιγοθυμιά είναι, κάνει ο κυρ-Μαυρουδής, τίποτις δεν έχει. Συχνά το παθαίνει αυτό. Και παίρνει νερό και της χύνει μια ποτηριά.

Μικρό ξετίναμα και τίποτις άλλο. Έμειναν τα μάτια στηλωμένα, θαμπά.

Σηκώθησαν όλοι, έτρεξε ο νονός στου γιατρού, ήρθε ο γιατρός, την είπε συγκοπή της καρδιάς. Οι γειτόνισσες την είπανε χολόσκαση.

Την έκλαψε ο χρυσός ο Μαυρουδής κάμποσο τη γυναίκα του. Την έκλαψε κι η Σμαράγδα. Έμεινε ο Παυλής να τους κάμει συντροφιά τη νύχτα εκείνη, γύρισε ο νονός να πει τα μαντάτα της μάνας, και να μην τον προσμένει.

Την ανέβαινε τ’ αποταχύ ο Παυλής την Εκκλησιά του όμορφου του χωριού μαζί με τη θλιβερή τη συνοδιά, που ακλουθούσε το λείψανο. Πού να το φανταστεί τέτοιο πάθημα σαν ξεκινούσε κατά τ’ όμορφο το χωριό! Στάθηκε σε μιαν άκρη εκεί απάνω στο Νάρθηκα του Ναού, και τηρώντας γύρο την πεντάμορφη θέα, σαν όνειρο ακόμα το θάρρευε. Όνειρο, γιατί πονούσε η καρδιά του, αντίς να χαίρεται. Πονούσε για τόσα και τόσα, και το χερότερο, που α δεν ερχότανε στο χωριό, δε θα ’σκαγε η χολή της αρχόντισσας. Συλλογίστηκε ύστερα τ’ αρφανό το κορίτσι και τον έπιασε θλίψη βαριά και μεγάλη. Έτσι του ερχόντανε να γκρεμιστεί από τα σιδερένια τα κάγκελα.

Ζυγώνει ο γέρος ο Μαυρουδής και τον παίρνει από το χέρι.

— Να πάρεις τώρα την μικρή μαζί σου και να πάτε σπίτι εσείς, του λέει. Εμείς οι μεγάλοι θα πάμε στο Κοιμητήριο.

Πήρε ο Παυλής τη Σμαράγδα και κατέβηκαν. Πήγανε σπίτι, καθίσανε στο πεζούλι, και πρόσμεναν το χαροκαμένο το γέρο. Έκλαιγε η μικρή, και την παρηγορούσε ο Παυλής. Σε λίγο σηκώθηκαν, τράβηξαν κατά το σιντριβάνι, τις πορτοκαλιές—ως και στις συκαμινιές πήγαν. Παν τα δάκρυα αμέσως. Ουρανός απριλιάτικος. Έτρεχαν από δε κι από κει. Ως και τον τζίτζικα ζητήσανε να τον πιάσουνε πάλι! Και σαν ήρθε ο γέρος, τη βρήκε τη μικρή του στη συκαμινιά μισοσκαλωμένη.

Στάθηκε από μακριά και την κοίταζε την κόρη του με συλλογισμένο χαμόγελο.

— Αυτή θα τόνε γιατρέψει τον πόνο μου, είπε μονάχος του, και κείνο τ’ αγόρι θα γίνει ο νοικοκύρης μας.

Περάσανε χρόνια, ως εφτά ή οχτώ. Ο Παυλής είχε μισέψει στη ξενιτιά, μα ήταν από πρόπερσι μεταγυρισμένος.

Στο πεζούλι απάνω του Μαυρουδή κάθουνταν η τρυφερόκαρδη η Σμαράγδα και βύζαινε το πρωτογέννητό της. Ο γέρος ο Μαυρουδής κλάδευε τις πορτοκαλιές, και πότε πότε συντύχαινε και της κόρης του. Αμέ ο Παυλής, της Σμαράγδας ο άντρας; Έλειπε αυτός στο δικό του το χωριό, που πήγε να φέρει τη γριά του να ξανακαμαρώσει το χαδεμένο τ’ αγγόνι της.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.

Άβαταρ μέλους
κώστας
Δημοσιεύσεις: 9611
Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
Επικοινωνία:

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από κώστας » Πέμ Δεκ 05, 2024 5:23 pm

ΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Μέλπω Αξιώτη


Ήταν χειμώνας. Παγωνιά. Μήτε ραδίκι δεν ξεφύτρωνε. Μήτε ένα γέλιο δε διαγραφόταν. Η γη είχε καταξεραθεί. Βρέχει με το τουλούμι. Κανόνια γιόμιζαν τον ουρανό. Μήτε να βγάλει το άρβυλο να πέσει ο κάπτα-Νίκος. Μήτε να ξαναθυμηθεί τις επιστήμες και τα γράμματα. Μόνο για να νεκροφιλήσεις απόμενε λίγος καιρός. Μόνο για ν’ αποχαιρετήσεις ένα ένα πράμα που ’φευγε.

Εκείνη την ημέρα ήρθε η σειρά του λοχαγού. Ήταν μια στενή κάμαρα μ’ ένα κερί που όλο κι έλιωνε απάνω στα ποδάρια του. Κι ο λοχαγός καταμεσής νεκρός, κι εκοίταγε κατά τη δύση. Και πριν να λιώσει το κερί να σκοτεινιάσει ολότελα, κάμποσοι φίλοι εβάδιζαν κι έσκυβε ένας ένας και τον αποχαιρέταγε. Την ώρα αυτή που κίναγε στο αιώνιο ταξίδι.

Μπήκε κι ο κάπτα-Νίκος τότε, και το κερί ετρεμόσβηνε πάνω στη μούρη του νεκρού, κι είχε ξεχάσει ολότελα εκείνον τον καιρό τις επιστήμες και τα γράμματα και πως υπάρχουν ζωντανοί κι αγάπες και φθινόπωρα, κι έβλεπε μόνο εμπρός του το νεκρό λοχαγό.

Μεμιάς τα μάτια του εφουριάσανε. Μια λάμψη σα να τα ’ζωσε. Ένα φως σα να πήδησε μες στο μικρό σκοτάδι και του ’κλεισε τα βλέφαρα. Δίπλα στον πεθαμένο, μια σπιθαμή στα πόδια του, απάνω στα σανίδια, ακίνητη σαν άγαλμα, φρουρός μαζί κι εκδικητής, καθότανε η Μαρία, μες στην ασκήμια της και τα κουρέλια της, με το ντουφέκι του νεκρού κρατώντας το ωσάν λάβαρο, στραμμένο προς τ’ ανάστροφα, αμίλητο κι ακίνητο, και μες στην κάνη που έχασκε είχε καρφώσει ένα περίφημο κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήταν σημάδι φανερό ενός μεγάλου έρωτα. Που ποτέ δεν ειπώθηκε. Το πρώτο της και το έσχατο.

Ο κάπτα-Νίκος ξέχασε ότι ήτανε Δεκέμβρης, χειμώνας, παγωνιά, που ραδίκι δε φύτρωνε, που γέλιο δε διαγραφόταν, που κανόνια σκοτώνανε, που τα κεριά ετρεμόσβηναν, που μάνες μοιρολόγαγαν, που ’βρεχεν ασταμάτητα, και μονομιάς θυμήθηκε ότι υπάρχαν ζωντανοί κι αγάπες και φθινόπωρα και γράμματα και γέλιο και κόκκινο τριαντάφυλλο που ’χε τη δύναμη κι εφύτρωσε στην καρδιά του Δεκέμβρη.

Κι έτσι από τότε πάλι εβρήκαμε, πάνω στην ώρα που τη χάναμε, την πίστη στη ζωή. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο φώτισε την απόγνωση του κουρασμένου ανθρώπου.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.

Άβαταρ μέλους
ΣοφίαΟ
Δημοσιεύσεις: 798
Εγγραφή: Πέμ Ιουν 03, 2021 6:51 pm

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από ΣοφίαΟ » Πέμ Δεκ 05, 2024 11:24 pm

Υπέροχη η επιλογή σου, Κώστα! Μας προσφέρεις άπλετη αγωγή ψυχής! Ευχαριστούμε!
!clapping1!

Άβαταρ μέλους
κώστας
Δημοσιεύσεις: 9611
Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
Επικοινωνία:

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από κώστας » Σάβ Δεκ 07, 2024 5:56 pm

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Δημοσθένης Βουτυράς


Σε κάθε χτύπημα που τούδινε ο άνεμος σα να ζητούσε να το γκρεμίσει, το παλιόσπιτο έτρεμε, όπως κι εμείς μαζεμένοι εκεί μέσα.

Είχαμε φράξει, όσο μπορούσαμε, τις διάφορες τρύπες. Στα σπασμένα τζάμια του παραθύρου είχε κολλήσει ο Παδούλης χοντρό χαρτί μπλε, αλλ΄ απ΄ τις σχισμάδες της μισοσπασμένης πόρτας ενιώθαμε την παγωμένη πνοή του θηρόυ που μούγκριζε έξω, να μας έρχεται. μα ήταν αδύνατο να ζεσταθεί κείνη η κάμαρα!... Κάμαρα!... Ένα είδος σταύλου μακρόστενου, με χώμα κάτω, αντί για σανίδια, ένα χώμα μαύρο, μαύρο και σχεδόν πάντα υγρό. Ένα παράθυρο είχε, και αυτό στην αυλή έβλεπε, στην αυλήν τη γεμάτη από σωρούς πετρών τετράγωνων, μαυρισμένων και από ξύλα παλιά. Προς το δρόμο υπήρχε και άλλο δωμάτιο, λίγο καλύτερο απ΄ αυτό· αλλ΄ ο κύριος του σπιτιού έβαζε παλιοσίδερα και διάφορα άλλα παλιοπράγματα.

Κανείς δεν είχε όρεξη για ομιλίες. Μέναμε σιωπηλοί σε κείνο το παγωμένο δωμάτιο που σα νάταν η φωλιά του βοριά και να του την είχαμε ΄μείς πάρει, ακουγόταν αυτός απ΄ έξω να χτυπά, να φωνάζει, να ουρλιάζει άγριος, σα να ζητούσε να μπει μέσα να μας διώξει.

Ο Παδούλης καθότανε κάτω, πάνω σ΄ ένα ρούχο, και κοντά στη φωτιά που είχαμε ανάψει από ξύλα του σπιτονοικοκύρη μας, απ΄ εκείνα, που είχε στην αυλή, και κοίταζε τη φλόγα σκεπτικός.

Απάνω-κάτω ήξερα τι σκεπτόταν. Τον είχα ακούσει να λέει πρωτύτερα:

– Χριστούγεννα και να μη φάμε κέας.

Ήτανε ψευδός. Ποτέ η γλώσσα του δεν κατόρθωσε να συλλάβει το ρ.

Ο Λάμπας, πιο πέρα και πάνω σ΄ ένα χοντρόξυλο, με τα χέρια σταυρωμένα και καμπουριασμένος.

Ήτανε ψάλτης στην πατρίδα μας και άνθρωπος που ποτέ δεν έκανε κακή καρδιά. Αλλ΄ απ΄ την ημέρα, που οι Τούρκοι κλείσανε την Εκκλησιά και μας διώξανε, πάει η καλή καρδιά του Λάμπα. Εγώ τριγύριζα, περπατούσα πάνω-κάτω, τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.

Αναμνήσεις κάποτε, σαν τα διωγμένα, τα κομματιασμένα σύννεφα, που τρέχανε έξω, περνούσαν απ΄ το νου μου...

Ξαφνικά κάτι άκουσα έξω και κοίταξα απ΄ τα γυαλιά του παραθύρου, έξω στην αυλή.

Νόμισα πως έβλεπα όνειρο!... Κοντά στο βρωμοπήγαδο δύο κιτρινωπές όρνιθες!

– Παδούλη!... φωνάζω με πνιγμένη φωνή.

– Τι τέχει; ρώτησε αυτός με την ψευδή μιλιά του.

– Έλα δω, μωρέ!... Έλα γρήγορα. Δώρο μάς στέλνει ο Χριστός, δώρο!... Δύο όρνιθες!... Να!...

– Έλα!...

Ο Παδούλης πλησίασε γρήγορα στο παράθυρο, ενώ ο Λάμπας, χωρίς να πολυκινηθεί, με ορθωμένο μόνο το κορμί του μας κοίταζε.

– Τη ίγα!... έκανε ο ψευδός και κινήθηκε τυφλά δω και κει.

Ζητούσε μια σιδερένια μεγάλη ρίγα.

– Νά τοι, νά τοι!... Ωραία πάτε!... Απ΄ τ΄ αυγό στην κότα!... Κατά το παραμύθι!... Μπράβο σας!... Έτσι!... Χτες κλέψατε τα τρία αυγά της γειτόνισσας και τώρα θα της κλέψετε τις κότες!...

Άρχισε να μας μαλώνει ο Λάμπας.

– Πάψε, βρε!...

– Αυτός, Γιώργο, να το ξέρεις, ο ψευδούλιακας, θα σε παρασύρει!...

– Λέγε, λέγε!...

Ο Παδούλης είχε βρει τη ρίγα και προχωρούσε προς την πόρτα. Ο Λάμπας όμως πετάχτηκε και θέλησε να του κλείσει το δρόμο.

– Όχι!...

– Βρε κάτσε απ΄ εκεί!..., του είπα, πήγαινε, κοιμήσου!...

– Στάσου βε!... του έκανε ο Παδούλης.

Ο Λάμπας τραβήχτηκε :

– Κάντε ό,τι θέλετε!... Εγώ να, νίπτω τας χείρας μου!... Στη φυλακή!... Και κλεψιά μέρα χρονιάρα, Χριστούγεννα!...

– Λέε, λέε!... Ψάλτης δεν ήσουνα;...

– Μωρέ, θα πάψεις;... Ας το διάολο!

Ο Παδούλης άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Την έκλεισα. Τον ήξευρα ότι ήτανε τρομερός κυνηγός των ορνίθων. Χωρίς να βγάζουνε φωνή, πέφτανε αυτές στα χέρια του.

Έγινε σιωπή και ούτε μάλιστα ο άνεμος ακούστηκε να μουγκρίζει απ΄ έξω απ΄ το παλιόσπιτο.

Σε λίγο έσπρωξε την πόρτα και την άνοιξε. Μπήκε μέσα κρατώντας τις δύο κιτρινωπές όρνιθες.

– Νά τες!...

– Ωραία, ωραία!... Μπράβο σας!...

Μας έλεγε ο Λάμπας που είχε καθήσει στη θέση του.

– Μη φας, εσύ!...

– Χριστουγεννιάτικα!...

– Κόφ΄ τους το λαιμό, γιατί τις σταγκούλισα!...

Τους κόψαμε το λαιμό σ΄ ένα μέρος, που πλύναμε έπειτα, ύστερα σ΄ ένα τσουκάλι ρίξαμε νερό και το βάλαμε στη φωτιά.

Ο Λάμπας δε μιλούσε, μόνο μας κοίταζε.

Άμα ζεστάθηκε πολύ το νερό, τις ζεματίσαμε κι αρχίσαμε να τις μαδάμε. Και όταν έμειναν με μόνο το δέρμα, άσπρες, άσπρες, πήρε ο Παδούλης φτερά, πόδια, μάζεψε και τα φτερουλάκια, όλα, όλα, με προσοχή και τα πήγε έξω στην αυλή, όπου τα έθαψε σ΄ ένα λακκάκι, που άνοιξε, πατώντας έπειτα καλά το χώμα, που έριξε από πάνω.

Κοιτάξαμε και για τις σταγόνες το αίμα, που ήτανε δω και κει.

– Κλέφτες!... Σωστοί κλέφτες είσαστε!... μίλησε ο Λάμπας, που μας κοίταζε τι κάναμε.

– Δε θα φας; τον ρώτησα.

– Εγώ;... Ποτέ, ποτέ! να μαγαριστώ με κλεψιμέικο χρονιάρα μέρα!... Ποτέ!...

– Αν δεν ήτανε χρονιάρα μέρα;...

– Δεν ξέρω τι θάκανα!... Ούτε τότε!... Έφαγα απ΄ τ΄ αυγά;...

Ο αχρείος όμως ήξερε να μαγερεύει και του ζητήσαμε τη συμβουλή του.

Μας ειπε πώς να την κάνουμε, αφού πάλι που πήρε θάρρος μ΄ αυτό, μας έβρισε.

*

Η φωτιά ήτανε στις δόξες της. Το παλιοδωμάτιο μοσχοβολούσε.

Καθισμένοι κοντά ακούγαμε το τραγούδι το γλυκό-γλυκό του τσουκαλιού, που έλεγε, έλεγε, νανούριζε, μας υποσχότανε τόσα και τόσα καλά...

Ο Λάμπας καθότανε λίγο τραβηγμένος και στην ομιλία μας, τη γεμάτη ευχαρίστηση και ευθυμία, δεν ανακατευότανε. Ξαφνικά τον ακούσαμε να τραγουδά:

«Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι...»

– Δυο όνιθες!... του είπε ο Παδούλης.

Αυτός, χωρίς να φανεί ότι πρόσεξε, ξακολούθησε:

«Άστρον λαμπρόν...»

Ο βοριάς, που φυσούσε έξω, είχε πέσει λίγο και δεν ακουγότανε να βογκά όπως πριν.

Και η φωτιά ήτανε στις δόξες της με πάνω της σα στέμμα το τσουκάλι, που σα να υμνούσε κι αυτό μαζί με το Λάμπα τη γέννηση του Χριστού έλεγε, έλεγε, έψελνε....-



Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 34-38.

Το κείμενο ψηφιοποιήθηκε διά χειρός Σφραγιδονυχαργοκομήτη
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.

Άβαταρ μέλους
ΣοφίαΟ
Δημοσιεύσεις: 798
Εγγραφή: Πέμ Ιουν 03, 2021 6:51 pm

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από ΣοφίαΟ » Σάβ Δεκ 07, 2024 11:22 pm

Να θυμηθούμε πως έρχονται...
images-23.jpeg
images-23.jpeg (15.13 KiB) Προβλήθηκε 1690 φορές

Άβαταρ μέλους
κώστας
Δημοσιεύσεις: 9611
Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
Επικοινωνία:

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από κώστας » Τετ Δεκ 11, 2024 9:55 pm

Ο έρωτας και η λογική μοιάζουν με τον ήλιο και το φεγγάρι. Όταν ανατέλλει το ένα, δύει το άλλο.
(Κικέρων)
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.

Άβαταρ μέλους
κώστας
Δημοσιεύσεις: 9611
Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
Επικοινωνία:

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από κώστας » Τετ Ιαν 08, 2025 3:31 pm

ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΝΙΚΗΤΑ
Κώστας Παρορίτης


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς, τεύχος 161, 28 του Τρυγητή 1905



— Νάτο, νάτο!

Είχε χαθεί κάμποσες μέρες από την αγορά που του άρεσε να συχνάζει κι ας τραβούσε και του λιναριού τα βάσανα από μικρούς και μεγάλους. Μόλις και φάνηκε, τα παιδιά τρέξανε κατά πάνω του. Ένας κύκλος σχηματίστηκε γύρω από το παλιόσκυλο. Μα περίεργο. Κανένας δεν είχε τη στιγμή εκείνη όρεξη για τα συνηθισμένα πειράγματα. Το κακόμοιρο ήταν αξιολύπητο. Η κοιλιά του ήταν πρησμένη κι όλο του το κορμί φώταγε από τη αχάμνια. Να καλοσταθεί στα πόδια του δεν μπορούσε κι η μούρη του ακουμπούσε στο χώμα σαν έκανε να περπατήσει. Ξεγδαρμένο, ματωμένο τόπους τόπους από τις πετριές, ήρθε, ποιος ξέρει από πού, και ξαπλώθηκε στη μέση της αγοράς. Θολό, χαμένο το βλέμμα του, τ’ αυτιά του, το κεφάλι του όλο γιομάτο τσιμπούρια. Μια πληγή από πέτρα έχασκεν ανοιχτή απάνω στο σβέρκο κι οι μύγες απανωτές βυζαίνανε το αίμα που ανάβλυζε.

— Πάει, θα ψοφήσει· Θιος σχωρέσ’ το, είπε κάποιος.

— Μωρέ, πώς κατάντησε έτσι το κακόμοιρο, είπε κάποιος άλλος. Σαν το πρωτόφερε ο κυρ-Νικήτας, που του το’ χε στείλει δώρο από τη Ρουσία ο αδερφός του, ήτανε τεφαρίκι· σκυλί σπάνιο. Μα πήγε ν’ αρρωστήσει το βλογημένο όσο που το βαρέθηκε και κείνος και του ‘δωκε δρόμο.

Τη στιγμή κείνη περνούσε κι ο αστυνόμος, ένας ανθυπασπιστής, χοντρός, κόκκινος, με μουστάκι στριμμένο. Σαν είδε τη σύναξη του κόσμου νόμισε πως είναι καυγάς κι έτρεξε. Μα κει που νόμισε πως θα ‘βρισκε κάνα σκοτωμένο αντίκρισε το παλιόσκυλο. Σούφρωσε τα μούτρα του τότε με δυσαρέσκεια σα να προσβάλθηκε η στρατιωτική του αξιοπρέπεια, και γυρίζοντας άγριο το βλέμμα σ’ έναν από τους μόρτες που παράστεκαν κι εχάζευαν, του είπε.

— Πάρ’ το, βρε Λάζαρε, και πήγαινε να το ρίξεις στη θάλασσα· να και μια δεκαρίτσα για τον κόπο σου.

Έσκυψε τότε κείνος αφού τσέπωσε πρώτα τη δεκάρα κι επειδή σιχαινότανε να το πάρει στην αγκαλιά του το άρπαξε από τα πισινά πόδια χωρίς κείνο ν’ αντιτάξει καμιάν αντίσταση. Δεν είχε το άμοιρο δύναμη ούτε για να φωνάξει, πολύ λιγότερο για να δαγκώσει. Στην αρχή μονάχα έβγαλε μια σιγαλή φωνίτσα έτσι σα βογκητό, σαν παράπονο, κι ύστερα ούτε ξανάνοιξε το στόμα του ως την υστερνή του στιγμή. Η θλιβερή συνοδεία πήρε τον δρόμο της. Μπρος ο Λάζαρος με το σκυλί που κρεμότανε σα σφαχτό, και πίσω η μορταρία όλη με φωνές και με γέλια.

— Πόσο τον λαγό, ρε Λάζαρε.

— Μοναχό σου, ρε, θα τονέ φας τον μεζέ;

Άλλος φανταζότανε τάχα πως ήτανε λείψανο κι έκανε τον παπά ψέλνοντας.

— ιιιιιι, ααααα, εεεεε.

— Παιδί μου, παιδάκι μου — έσκουζεν άλλος παρά πίσω, πού μας αφήνεις;

— Χα χα χα.

Ωστόσο φτάσανε στον κάβο. Ο Λάζαρος ακούμπησε χάμω το σκυλί και κάθισε να ξαποστάσει.

— Τον νου σου, Λάζαρε, θα σε φάει.

— Ναι· τώρα κι άλλη μια φορά. Σε λίγο μας αφήνει γεια.

Αλήθεια. Η ζωή του μετριότανε πια σε στιγμές. Το τράβημα κείνο απάνω στις πέτρες και στα χώματα το αποτέλειωσε μιαν ώρα αρχύτερα. Τα ρουθούνια του βουτηγμένα στον βούρκο στάζανε αίμα κι η γλώσσα του γιομάτη σάλια κι αίμα κρεμότανε έξω από τα δόντια. Ανάσαινε βαθιά ενώ τα μάτια του στέκανε γουρλωμένα. Ψυχομαχούσε.

— Ένα σκοινί, μωρές, να του δέσουμε μια πέτρα, φώναξε ο Λάζαρος.

Ψαχτήκανε όλοι για σκοινί, μα του κάκου. Ένα λουρί βρέθηκε μόνο μα κι αυτό σάπιο τόσο που μόλις πήγανε να σηκώσουν την πέτρα κόπηκε.

— Ρε, τι καθόμαστε να πονοκεφαλάμε. Στη σημάδι καλύτερα, κάνει ο Λάζαρος.

Πετιούνται τότε μονομιάς όλοι από χάμου κι αρχίζουνε το πετροβολητό.

— Απάνω του, μωρέ παιδιά.

— Τον νου σας και μας έφαγε το θεριό.

Φωνές, τρεχάματα, γέλια, κακό. Σε λίγο το κορμί του ήταν γενομένο παρτσάδια. Μυαλά, αίματα, σάρκες ανακατευτήκανε με το χώμα σ’ ένα φριχτό σωρό. Το κρανίο ανοιγμένο, τ’ άντερα όξω χυμένα. Ένας σκύλος περαστικός μυρίστηκε το αίμα κι έτρεξε. Ολόχαρος για τον ανέλπιστο μεζέ άρχισε με τα πόδια του να σκαλίζει τις σάρκες ενώ χώνοντας βαθιά στο σωρό τη μούρη του έγλειφε το αίμα που είχε πιτσιλίσει τις πέτρες.

Αποσταμένοι οι μόρτες πήρανε πάλι τον δρόμο για την πόλη. Στην αγορά σουλάτσαιρνε ο κυρ-Νικήτας, πλούσιος, κοιλαράς, με μια χοντρή μαλαματένια καδένα από τη μια ως την άλλην τσέπη του γελεκιού του. Τονέ ζυγώνει ο Λάζαρος και βγάζοντας το παλιοκασκέτο του.

— Ζωή σε λόγου, κυρ-Νικήτα· πάει το σκυλί σου, το σκοτώσαμε.

— Αλήθεια, μωρέ Λάζαρε; Μπράβο σου. Να κι ένα κοσαράκι για τον κόπο σου.
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.

Άβαταρ μέλους
κώστας
Δημοσιεύσεις: 9611
Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
Επικοινωνία:

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από κώστας » Σάβ Ιουν 14, 2025 7:22 pm

Γιατί;
Γ. Μαγκλής

Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί (1956) και αποτυπώνει χαρακτηριστικά το ανθρωπιστικό πνεύμα της πεζογραφίας του Γ. Μαγκλή.

Σουρούπωνε και η μάχη που είχε αρχίσει σύναυγα* κόπασε πια. Λίγη ώρα πριν έπεφτε ακόμη αραιό λιανοντούφεκο. Κάποιος θερμόαιμος χτυπούσε στο πείσμα του οχτρού.
Όμως τώρα ήταν πλέρια ησυχία. Ο μεγάλος ήλιος που ολημερίς τσουρουφλούσε φίλους κι οχτρούς είχε γυρίσει πια να ξεκουραστεί. Σιχάθηκε να βλέπει τους ανθρώπους να σκοτώνονται συναμεταξύ τους κι έκλεισε τα μάτια να ξεχάσει.
Ο νέος στρατιώτης ακούμπησε απάνω στο βράχο το ντουφέκι και το κράνος, άνοιξε τα χέρια πλατιά να ξεμουδιάσει το απανωκόρμι, ανάσανε βαθιά κάνα δυο φορές και βιαστικός βάλθηκε να κατηφορίζει την πλαγιά, να φτάξει πιο γρήγορα στη ρεματιά που από χτες είχε σημάνει* μια φλεβίτσα γάργαρο, πεντακάθαρο νερό. Ήτανε δροσιά κάτω εκεί και το βρεμένο χορτάρι μύριζε όμορφα. Ο νέος στρατιώτης έσκυψε πάνω από την ξεχειλισμένη γουρνίτσα* κι ήπιε άφθονο το κρύο νεράκι. Η φλόγα έσβησε από τα σωθικά του.
«Αχ, τι δροσιά...», είπε. Έσκυψε πάλι, χούφτιασε το νερό και το 'χυσε στο πρόσωπο κι απάνω στο κεφάλι. Δροσίστηκε, καθαρίστηκε, μέρεψε.* Έγινε άλλος άνθρωπος. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κοίταξε τον ουρανό και μίλησε χαρούμενα.
- Θε μου, όμορφη 'ναι η ζωή του ανθρώπου. Κάνε με το καλό να τελέψει* γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ' αδέρφια μου.
Τέλεψε το λόγο, χάιδεψε ακόμα με το χέρι, με το μάτι το δροσερό νεράκι. Σηκώθηκε να φύγει. Αξάφνου άκουσε πλάι του περπατηξιά, εκεί, από την άλλη μεριά της ανηφόρας, κι έστριψε απότομα το κεφάλι να δει.
Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός, κατέβαινε και τούτος ξέγνοιαστος και ξαρμάτωτος,* να πιει από τη γουρνίτσα, να δροσιστεί και, με τον τρόπο τούτο, να ευχαριστήσει το Θεό, που τον προστάτεψε και τον φύλαξε και τη μέρα τούτη.
Μα ο πρώτος στρατιώτης ξέχασε ολότελα τα όσα τώρα δα είπε αγναντεύοντας τον ήσυχο ουρανό και μονοστιγμής τράβηξε από τη μέση του το πιστόλι και το πρότεινε στον οχτρό.
Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα,* κι ένιωθε κιόλας να λαγαρίζει μέσα του το τρεχούμενο νεράκι και να του δροσίζει τα πυρωμένα σωθικά, τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:
- «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».
Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.
Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.
Ο νέος στρατιώτης, νευρικός πολύ, σίμωσε το χτυπημένο και στάθηκε απάνω του κοιτώντας τον.
Ο ξένος ήτανε πεσμένος ανάσκελα. Σάλευε σπασμωδικά, κούναγε τα πόδια κι έσφιγγε τα δυο χέρια του απάνω στο στήθος.
Τα χλωμά πονεμένα χείλη κινιόντουσαν σιωπηλά. Τα ορθάνοιχτα μάτια κοιτούσαν γιομάτα απορία και φόβο το νέο στρατιώτη. Και πάνω σε όλο το πρόσωπο: μέτωπο, μάτια, χείλη, ήταν περιχυμένα ο ανθρώπινος πόνος και το ξάφνιασμα.
Του νέου στρατιώτη τού φάνηκε σαν να τόνε ρωτούσε:
«Γιατί το 'κανες το κακό τούτο, αδερφέ μου άνθρωπε; Γιατί θέλησες να κριματιστείς,* να πάρεις στο λαιμό σου το αίμα ενός αθώου; Παρακάλαγα το Θεό να μ' έχει καλά και να γυρίσω γρήγορα στο χωριό, ν' αγκαλιάσω τη μανούλα μου και να της φιλήσω τα κουρασμένα ματάκια».
Κι όσο ο νέος στρατιώτης τον κοίταζε, θάρρευε ότι τα πικραμένα χείλη του πληγωμένου τού μίλαγαν, του έλεγαν τον πόνο και το παράπονό του.
«Κι ακόμα, σα να του 'λεγε, μια κοπελίτσα με περίμενε. Είχαμε κάνει όνειρα πολλά μαζί και καρτέραγε να σταματήσει ο καταραμένος πόλεμος να γυρίσω στο χωριό. Μα τώρα, αδερφέ μου, να, κοίταξε πώς με κατάντησες».
Ένα σκληρό χέρι έσφιγγε την καρδιά του νέου στρατιώτη.
Σιδερένιος κύκλος πέρασε γύρω από το κεφάλι του, του το 'σφιγγε και τον πόναγε. Τα μάτια καίγανε. Τον έπιασε παράξενο κακό κι άρχισε να τρέχει την ανηφόρα. Γλίστραγε, έπεφτε, πετιόταν απάνω και ξανά πάλι έτρεχε.
Μεσοστρατίς του βουνού σταμάτησε. Δεν μπορούσε άλλο. Λαχάνιασε, πιάστηκε η καρδιά του, κουράστηκαν τα πόδια, λύγισαν τα γόνατα. Έμεινε εκεί ασάλευτος με το κεφάλι σκυμμένο να σκέφτεται. Μα να σκεφτεί δεν μπορούσε. Χτύπαγαν τα μηνίγγια, το κεφάλι βούιζε. Αξάφνου, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι κάνει, βάλθηκε να τρέχει πάλι την πλαγιά κατηφορίζοντας. Μέσα στο μυαλό του τώρα καρφώθηκε μια σκέψη: να προφτάξει, να βοηθήσει το χτυπημένο.
- Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.
Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.
Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ' αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.
Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του 'βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του 'σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που 'χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομάτου. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.
- Αδερφέ μου, του 'λεγε γλυκά, τρυφερά, αδερφέ μου, συχώρα με· και τα δάκρυα τρέχαν καυτά.
Η νύχτα κατέβηκε ολούθες και απλωμένο σκοτάδι τούς τύλιξε.
- Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το 'θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ' ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.
Θυμήθηκε τα λόγια που τους μάθαιναν κι έστρεψε πέρα το βλέμμα ανταριασμένο και άγριο μες στο σκοτάδι. Ύστερα τόνε συνεπήρε πάλι ο πόνος. Απαλοχάιδευε το χέρι του χτυπημένου και τα δάκρυα ξεχείλιζαν και το μούσκευαν.
Όμως ο άλλος πια δεν άκουγε· μήδ' ένιωθε. Η ψυχή του είχε πετάξει και το τυραγνισμένο κορμί άρχισε να σκεβρώνει.* Το σκοτάδι πύκνωσε πιότερο και σκέπασε τους δυο ανθρώπους: φονιά και θύμα, που στέκονταν πλάι πλάι και που ο ένας απαλοχάιδευε το χέρι του άλλου και του μουρμούριζε λόγια αγάπης και πόνου, σα να 'τανε φίλοι παλιοί, σα να 'τανε αδέρφια. Λόγια αγάπης που ο άλλος πια δεν άκουγε.

Γ. Μαγκλής, Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί,
Δωρικό
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.

Άβαταρ μέλους
Ντιανα
Site Admin
Δημοσιεύσεις: 3337
Εγγραφή: Παρ Μαρ 10, 2017 8:22 pm
Τοποθεσία: στην ♥ της Ελλαδας

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από Ντιανα » Σάβ Ιουν 14, 2025 9:02 pm

Το θυμάμαι αυτό το διήγημα... Κάπου το έχω ξαναδιαβάσει..´ κάποτε.. συγκινήθηκα και τότε και τώρα´... Μα τώρα κάτι συνειρμούς που κάνω...
if you can't fly, then run.
if you can't run, then walk.
if you can't walk, then crawl.
but whatever you do, you have to keep moving forward

Άβαταρ μέλους
κώστας
Δημοσιεύσεις: 9611
Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
Επικοινωνία:

Re: Λογοτεχνικό καφενείο

Δημοσίευση από κώστας » Κυρ Ιούλ 20, 2025 12:35 pm

Το μπιτόνι
Κώστας

Στράγγισε και το τελευταίο μπιτόνι πετρέλαιο στη δεξαμενή. Ήσυχος τώρα, κατέβηκε τη κοχλιωτή μαρμάρινη σκάλα για να πάει για ύπνο. Ήξερε πως με το καύσιμο αυτό, το φανάρι θα έμενε αναμμένο για τρεις μέρες ακόμη, να στριφογυρίζει ακούραστα, καθοδηγώντας τα πλοία. Μετά θαρχόταν το φαρόπλοιο να του φέρει καινούργιο και μαζί νέες προμήθειες. Ο φετινός χειμώνας ήταν από τους δυσκολότερους πού ΄χε συναντήσει εδώ και τριάντα χρόνια τώρα. Κατέβηκε στο μικρό του καμαράκι. Στο κέντρο της διπλανής σάλας, μια αναμμένη σόμπα πετρελαίου, αποτελούσε τη μοναδική πηγή θερμότητας για τον πέτρινο φάρο. Το σιδερένιο κρεβάτι, στρωμένο με δυο μπλε μάλλινες κουβέρτες του πολεμικού ναυτικού θα τον φιλοξενούσε χαρίζοντας του θαλπωρή και για τη σημερινή παγωμένη νύχτα. Προτού ξαπλώσει, πρόσθεσε λίγο πετρέλαιο στη σόμπα, για να την κρατήσει αναμμένη όλη τη νύχτα, αφήνοντας λίγο περίσσευμα, απ΄ το πολύτιμο υγρό στο πλαστικό μπιτόνι.

Ο κυρ Ανδρέας, είχε διοριστεί φύλακας σ΄ αυτό το φάρο πριν από τριάντα χρόνια. Μακριά απ΄ τον κόσμο, είχε μοναδική καθημερινή συντροφιά, τα κρωξίματα των γλάρων, τον παφλασμό των κυμάτων, το σφύριγμα του αέρα και τον καπνό από τα φουγάρα των πλοίων που περνούσαν στ΄ ανοιχτά. Καθήκον του ήταν να συντηρεί και να κρατά αναμμένο το φανάρι. Μια – δυο φορές το χρόνο, κατέβαινε με άδεια στην πόλη. Μια φορά το μήνα, το φαρόπλοιο του πολεμικού ναυτικού, του έφερνε προμήθειες και πετρέλαιο για το φανάρι. Αυτές ήταν και οι μοναδικές του επαφές μ΄ ανθρώπους, που τον έκαναν να μην έχει ξεχάσει να μιλά. Οικογένεια δεν είχε. Γι΄ αυτόν γυναίκα και παιδί ήταν το φανάρι.

Ο φάρος ήταν πετρόκτιστος οκτώ μέτρα ψηλός. Στο κάτω μέρος του υπήρχαν ένα μικρό καμαράκι, μια κουζίνα και ένας χώρος που χρησίμευε για να κυλά ο περίσσιος χρόνος της ημέρας. Το καμαράκι σπαρτιάτικο! Ένα σιδερένιο κρεβάτι του ναυτικού και δίπλα του ένα κομοδίνο, μια ιματιοθήκη που φυλούσε την πολύτιμη περιουσία του κυρ Ανδρέα και μια πολύχρωμη κουρελού στρωμένη στο πάτωμα. Η κουζίνα λιτή με μια γκαζιέρα και ράφια στους τοίχους που φιλοξενούσαν τα σκεύη. Σ΄ ένα μεγάλο ταβανόπροκο κρεμόταν ο σύνδεσμος του κυρ Ανδρέα με τον έξω κόσμο. Μια καφέ δερμάτινη θήκη που αγκάλιαζε ένα ραδιοφωνάκι μπαταρίας. Στο διπλανό χώρο, ένα ξύλινο τετράγωνο τραπέζι στρωμένο με πλαστικό λουλουδάτο τραπεζομάντιλο και δυο ψάθινες καρέκλες, αποτελούσαν την τραπεζαρία. Από το χώρο αυτό ξεκινούσε η χωρίς κάγκελα κοχλιωτή μαρμάρινη σκάλα που ανέβαινε στο φανάρι. Ρεύμα δεν υπήρχε. Ήταν πολύ δύσκολο να φτάσει ως εκεί.

Το μέρος που λάτρευε ο κυρ Ανδρέας περισσότερο, ήταν το δώμα του φαναριού. Ψηλά στην κορφή του φάρου. Σωστό βιγλατώριο. Εκεί περνούσε πολλές ώρες της μέρας, ατενίζοντας το πέλαγος και τα ποντοπόρα πλοία που περνούσαν στ΄ ανοιχτά, συντροφιά μ΄ ένα ζευγάρι κιάλια. Κάθε έξι ώρες, έπρεπε να κουρδίζει το φανάρι, τραβώντας προς τα κάτω το βαρίδι που έδινε ζωή στο περιστροφικό του μηχανισμό. Οι περισσότεροι από τους σημερινούς φάρους δούλευαν πλέον με ρεύμα. Ο δικός του, παρέμενε να λειτουργεί με πετρέλαιο. Το καύσιμο, μούσκευε ένα παχύ φυτίλι, η φλόγα του οποίου με τη βοήθεια του χονδρού γυαλιού που το περίβαλε και ενός περιστρεφόμενου κατόπτρου, χάριζε τη σωτήρια αναλαμπή στα περιδιαβαίνοντα πλοία. Η υπόλοιπη μέρα του κυρ Ανδρέα, όποτε δεν βρισκόταν στο βιγλατώριο του, κυλούσε με το ψάρεμα.

Στο μοναδικό απάγκιο σημείο, ανάμεσα στα κοφτερά γκρίζα βράχια, υπήρχε ένας μικρός τσιμεντένιος μόλος. Εκεί τον περίμενε δεμένη μια μικρή ξύλινη βάρκα, πάντα πρόθυμη για ψάρεμα. Όποτε η θάλασσα αποφάσιζε να του κάνει το τραπέζι, το γεύμα ήταν εκλεκτό, κατατροπώνοντας την γευστική μονοτονία της κονσέρβας. Τη μέρα εκείνη, είχε μουντό ουρανό. Ο βοριάς είχε αρχίσει να παρακάνει αισθητή τη παρουσία του. Μέχρι το μεσημέρι, σκέφτηκε ο κυρ Ανδρέας, θάχει βγάλει δεκάρι και σήμερα είναι κι΄ η μέρα της τροφοδοσίας. Με το μυαλό του στο φαρόπλοιο κι΄ όσο ακόμη ο βοριάς του χαριζόταν, ο κυρ Ανδρέας, έλυσε το μικρό βαρκάκι και ανοίχτηκε για να ψαρέψει.

Ίσα που πρόλαβε να δέσει στο μόλο. Ο βοριάς, αποφάσισε ξαφνικά να θεριέψει, στολίζοντας τη θάλασσα με κατάλευκες δαντέλες.

Ανηφορίζοντας προς το φάρο, ξέσπασε δυνατή μπόρα. Ο ουρανός σκιζόταν από τις αστραπές. Κάθε φορά που δυο σύννεφα συναντιόταν, ηχηροί κεραυνοί έκαναν τα τύμπανα οποιασδήποτε συμφωνικής ορχήστρας να σιγούν ντροπιασμένα. Το κύμα σφυροκοπούσε τα βράχια καταφέρνοντας να τα σμιλέψει. Χαλασμός Κυρίου. Είχε ζήσει καταιγίδες και καταιγίδες, μα σαν και τούτη πρώτη φορά του λάχαινε. Μουσκεμένος μέχρι το κόκαλο, έφτασε στο φάρο. Άλλαξε τα ρούχα του με στεγνά και αφέθηκε για ώρα στη θαλπωρή της σόμπας. Όταν η πείνα άρχισε να τον προειδοποιεί, σηκώθηκε, κι΄ άνοιξε το ντουλάπι με τα τρόφιμα. Μέσα του, μέτρησε τρεις κονσέρβες που του ΄χαν απομείνει. Έπιασε αυτή με τα φασόλια. Έβγαλε τα μισά, τα έβαλε να ζεσταθούν στη σόμπα και φύλαξε τα υπόλοιπα. Ανεφοδιασμός, αν δεν καταλάγιαζε η αντάρα, δεν επρόκειτο να ΄ρθεί. Τράβηξε την καρέκλα του κοντύτερα στη σόμπα. Από το τζαμάκι της, παρατήρησε πως η φλόγα είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει. Έριξε μια γρήγορη αγωνιώδη ματιά στη γωνία και χαλάρωσε στη θέα του μισογεμάτου μπιτονιού. Το δωμάτιο είχε αρχίσει να του φαίνεται σαν ψυγείο και η σόμπα, ήταν η μοναδική του ελπίδα για επιβίωση.

Μόλις απόσωσε το φαγητό του, ανέβηκε την μαρμάρινη σκάλα προς το δώμα που βρισκόταν το φανάρι. Άνοιξε να ελέγξει τη δεξαμενή του πετρελαίου και είδε πως το υγρό σωνόταν. Πατώντας γερά στα πόδια του και βάζοντας περίσσια δύναμη στο χέρι, έκανε να σηκώσει το μπιτόνι που βρισκόταν αφημένο δίπλα. Αιφνιδιασμένος από τη μηδαμινή του αντίσταση, βρέθηκε ανάσκελα σωριασμένος στο πάτωμα κρατώντας σφιχτά από τη λαβή του το άδειο δοχείο. Τότε θυμήθηκε, πως είχε βάλει το τελευταίο πετρέλαιο πριν τρεις μέρες. Πανικοβλήθηκε! Ο φάρος δεν είχε σβήσει ποτέ τριάντα χρόνια τώρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Βούτηξε αγχωμένα από τη γωνία της κάμαρας το μισογεμάτο μπιτόνι και ξανανέβηκε τρέχοντας τη σκάλα.

Το άλλο πρωί, το σφύριγμα του φαρόπλοιου έκανε προσωρινά τα γλαροπούλια να σιγήσουν. Ένα άγημα από έξι ναύτες με αρχηγό έναν αρχικελευστή, καθέλκυσαν μια μεγάλη πλαστική λέμβο στη κοιμισμένη θάλασσα, γεμάτη με προμήθειες. Κωπηλατώντας, έφτασαν στον μικρό τσιμεντένιο μόλο. Απoβιβάστηκαν και μεταφέροντας στα χέρια τους τις προμήθειες, άρχισαν ν΄ ανηφορίζουν για το φάρο.

Ο αρχικελευστής άνοιξε την πόρτα και φώναξε το όνομα του κυρ Ανδρέα. Απάντηση δεν πήρε. Ανήσυχος κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία. Βρήκε τη σόμπα σβησμένη και δίπλα της αφημένο ένα άδειο πλαστικό μπιντόνι. Προχώρησε στο καμαράκι και αντίκρισε τον κυρ Ανδρέα στο κρεβάτι, κουκουλωμένο μέχρι τ΄ αυτιά κάτω από δύο μάλλινες κουβέρτες. Φανερά ταραγμένος, πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του στο πρόσωπο του κοιμισμένου άνδρα. Ήταν παγωμένο! Ίσα που ένιωσε την ασθενική του ανάσα. Είχε πάθει υποθερμία! Διέταξε αμέσως δυο ναύτες να πάνε γρήγορα πίσω στο πλοίο και να φέρουν κουβέρτες. Αυτό που δεν μπορούσε με τίποτα να χωρέσει στο μυαλό του αρχικελευστή, ήταν, πως ο κυρ Ανδρέας είχε παγώσει ενώ τα χέρια του μύριζαν πετρέλαιο!...
Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.

Απάντηση

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτήν τη Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 3 επισκέπτες