- Απόσπασμα από το ποίημα "Η συμφωνία του Μπραζίλιαν" του Κώστα Τάχτση....τι ωραία που γίνηκαν οι ναύτες ξάφνου
τι ωραίο το πρωινό της Κυριακής
κι η σκιά των δέντρων
που κι η αβεβαιότης των καιρών μας
χάνει κάτι
απʼ το απαίσιο κύρος της
κι όλα μας φαίνονται
ντυμένα ήλιο
μα ενώ κοιτάζω αφηρημένος κι ευτυχής
νομίζοντας πως τίποτα
δεν θʼ αγαπήσω πια
αυτός
διαπερνάει το λεπτό τοίχο του κορμιού
και πάει και σφηνώνεται σαν σφαίρα
στην καρδιά!
Ποίηση
Re: Ποίηση
Re: Ποίηση
- Τσιμάρας ΤζανάτοςΕσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο
Αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει
Για να διατηρήσω την λευκότητά μου.
Και ανεμίζω στα σκοινιά τού κόσμου
Πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στον
Σβέρκο
Διάφανος σαν σύννεφο
Αλλά με καμμένα εντόσθια.
Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.
Το πλένω μόνος μου στο χέρι το βράδυ.
Το βρίσκω στεγνό το πρωί.
Το ξαναφορώ.
Re: Ποίηση
- Απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Κυριακίδη «Πικροί άνθρωποι»Οι όμορφοι άνθρωποι
Έχουν το βλέμμα τους λίγο χαμένο.
(Θα το έχετε προσέξει...)
Πηγαίνουν να σκλαβωθούν
Φορώντας πάντα τα καλά τους.
Βγαίνουν το βράδυ με παρέες
Και σιωπούν ή φλυαρούν πολύ.
(Δεν μπορεί να μη το ξέρετε...)
Αγοράζουν παχιές εφημερίδες
Και τις τελειώνουν τόσο γρήγορα.
Έχουν την τσαντίλα στην τσέπη
Τους έρωτες στα όνειρα
Τη «συγγνώμη» στο μπροστά της γλώσσας.
Στο στήθος τους χοροπηδούνε άλογα
Τα πόδια τους τα χαϊδεύουν μαϊμούδες
Τ’ αυτιά τους γίναν φωλιές για κουκουβάγιες.
Κάνουν τις εξομολογήσεις τους
Και τις ακούει το στομάχι τους.
Οι όμορφοι άνθρωποι
Είναι αξιοπρεπείς:
Ποτέ δεν παύουν να ζητούν.
Είναι πρόστυχοι:
Αναζητούν μάταια τα άκρα,που ξεφύγαν.
Οι όμορφοι άνθρωποι
Διψούν συνέχεια,στον ύπνο και τον ξύπνιο.
Σιχαίνονται τις εκδρομές
Ξέρουν το μέρος τους όλο και πιο λίγο,
Το ψάχνουν συνεχώς,μέσα απ’ τις ίδιες διαδρομές.
Τους όμορφους ανθρώπους
Δεν τους ποθεί κανείς
Τους αφήνουν άταφους σα φύγουν
—Κάποιοι μονάχα το ίδιο τρελοί μυστικά τους λατρεύουν.
Re: Ποίηση
Του John Keats και μετάφραση του Γιώργου ΠολυχρόνηΓραμμένο στην κορφή του Μπεν Νέβις
Ω μούσα – διάβασέ μου φωναχτά μια διδαχή,
εδώ, στην κορφή του Νέβις, απ’ ομίχλες τύφλα που ‘ναι!
Κοιτάω τα χάσματα και τους γκρεμούς, μα έχουν κρυφτεί
από ένα νεφελένιο σάβανο – τόσο γροικούνε
κι οι άνθρωποι, θαρρώ, απ’ την κόλαση· κοιτάω ψηλά,
κι άλλες, μοναχικές νεφέλες βλέπω – ίδια γνώση
κι οι άνθρωποι κατέχουν απ’ τον ουρανό· μπροστά,
κάτω απ’ τα πόδια μου, τη γη κρύβουν νεφέλες – τόση
είναι κι η ιδέα – κι αμυδρή! – που έχουν για τον εαυτό
τους οι άνθρωποι! – Τούτα τα κατσάβραχα, που πατάω:
τόσο εγώ γνωρίζω (φευ! ανήξερο ένα στοιχειό),
πως τα πατάω – πως, όπου κι αν το βλέμμα γυρνάω,
βράχοι κι ομίχλες είναι, κι όχι μονάχα εδώ, στης κορφής την άκρη,
μα και στων λογισμών τον κόσμο, και στης σκέψης τα μάκρη!
(Written Upon The Top Of Ben Nevis, 1818)
Re: Ποίηση
Γιάννης ΡίτσοςΣάρκινος λόγος
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.
Ἀθήνα 18.11.80
- κώστας
- Δημοσιεύσεις: 9611
- Εγγραφή: Δευ Μαρ 20, 2017 1:05 pm
- Τοποθεσία: Νέα Κηφισιά https://kostas-tzouflas2.webnode.gr/
- Επικοινωνία:
Re: Ποίηση
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ποίηση!!!!!


Η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση, είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που βγάζει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι κι΄ εσύ έχεις συμβάλλει σ΄ αυτό.
Μέλη σε σύνδεση
Μέλη σε αυτήν τη Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 4 επισκέπτες